Month: March 2011

Αγάλι αγάλι… *

Αγάλι αγάλι γίνεται η αγουρίδα μέλι. Η λαϊκή θυμοσοφία βρίσκει απόλυτη έκφραση στον τρόπο με τον οποίο η κυπριακή κοινωνία έφτασε στο σημείο να μη μπορεί να συζητήσει νηφάλια οποιοδήποτε ζήτημα αφορά θέματα μετανάστευσης ή πολιτικών προσφύγων. Ο ξενοφοβικός λόγος, αργά αλλά σταθερά, τα τελευταία χρόνια, γίνεται όλο και πιο δυνατός, διεισδύοντας μέσα από έντυπα και ηλεκτρονικά ΜΜΕ σε κάθε σπίτι. Οι επερχόμενες βουλευτικές εκλογές και η ανάγκη ορισμένων για γρήγορη συγκομιδή ψήφων, εντείνουν την αυξανόμενη προκατάληψή, το φόβο και την απόρριψη στο ευκολότερο στόχο. Έτσι οι πολιτικοί πρόσφυγες και οι αιτούντες πολιτικό άσυλο, στη βάση διεθνών συμβάσεων στις οποίες η Κύπρος έχει συμβληθεί, εξομοιώνονται και ταυτίζονται με τις έννοιες «λαθρομετανάστες» ή «παράνομοι μετανάστες».

Καταλήξαμε σήμερα να θεωρείται δεδομένο πως η μεγάλη συγκέντρωση πολιτικών προσφύγων στην Κύπρο (και γενικότερα ξένων) οι οποίοι παρασιτούν σε βάρος μας ότι αποτελεί ουσιαστική απειλή τόσο για την υλική όσο και για την ηθική μας εξόντωση. Κατά την άποψή μου οι πολιτικοί εκείνοι που δημόσια ισχυρίζονται τα πιο πάνω θα πρέπει να θεωρηθούν ως οι ηθικοί αυτουργοί των όσων συμβαίνουν. Δηλαδή ότι υποκινούν το μίσος και τον ρατσισμό. Επειδή είναι λογικό όταν κάποιος σου επαναλαμβάνει νύχτα μέρα πως αύριο θα έρθει στο σπίτι σου κάποιος για να σε ληστέψει εφόσον εκπαιδευτεί από τον εχθρό σου, ότι κατά πάσα πιθανότητα πολλοί θα σκεφτούν να κτυπήσουν όποιον πλησιάσει την πόρτα τους εκείνη την ημέρα.

Για να προχωρήσουμε όμως σε μια σοβαρή ανάλυση, πρέπει κατά την άποψή μου να γίνει σαφές ότι το ζήτημα της μετανάστευσης δεν είναι κυπριακό φαινόμενο. Όλες οι ευρωπαϊκές χώρες που θεωρούνται ως εξωτερικά σύνορα της Ευρωπαϊκής Ένωσης αντιμετωπίζουν, λίγο ως πολύ, παρόμοιας φύσης καταστάσεις και τροχοδρομούν, όπως και εμείς, πολιτικές άλλες λιγότερο και άλλες περισσότερο επιτυχημένες.

Η μεταναστευτική πολιτική που εφαρμόζεται στην Κύπρο είναι όντως αποσπασματική. Αδιαμφισβήτητα έχει αρκετά προβλήματα και, ως εκ τούτου, πολλά περιθώρια, για να βελτιωθεί. Κύριο της μειονέκτημα είναι πως από την πολιτική που εφαρμόζεται μέχρι στιγμής, τουλάχιστον για τους πολιτικούς πρόσφυγες, απουσιάζει εντελώς το κίνητρο για εργασία, καθώς, τυχόν εξεύρεση εργασίας, σημαίνει αυτόματη αποκοπή των επιδομάτων και μικρότερο εισόδημα. Δεν υπάρχει επίσης κανένας σχεδιασμός για αποσυμφόρηση των περιοχών στις οποίες έχουν μαζευτεί μετανάστες και αιτητές πολιτικού ασύλου, ούτε και εφαρμόζονται οποιαδήποτε προγράμματα σε συνεργασία με τις τοπικές κοινωνίες και ΜΚΟ για ένταξή τους στο κοινωνικό και πολιτισμικό γίγνεσθαι της Κύπρου.

Ταυτόχρονα, ως Κυπριακή Δημοκρατία πρέπει να εντείνουμε την προσπάθειά μας προκειμένου θέματα και ζητήματα που προκύπτουν σε σχέση με τη μεγάλη ροή μεταναστών, με ή χωρίς έγγραφα, και αιτητών πολιτικού ασύλου προς την Ε.Ε. να αντιμετωπιστούν στη βάση της Αρχής της Αλληλεγγύης μεταξύ των ευρωπαίων εταίρων. Θα πρέπει να επιμένουμε και ενόψει της Κυπριακής Προεδρίας, ότι το μεταναστατευτικό και τα όσα προβλήματα ή ζητήματα προκύπτουν από αυτό θα πρέπει να τυγχάνουν συν-διαχείρισης σε ευρωπαϊκό επίπεδο αντί να παραμένει μόνο στους ώμους των χωρών υποδοχής.

Σίγουρα το επεισόδιο στο λύκειο της Βεργίνας δε θα είναι το τελευταίο, το ζήτημα είναι πως θα αντιδράσουμε στο επόμενο. Ο πλέον ανέξοδος δρόμος, μας οδηγεί όλους σε μαζικές και παράλληλα, σουρεαλιστικές πορείες με σύμβολα, σημαίες και πανό και κύρια απαίτηση το μη υλοποιήσιμο: να φύγουν όλοι οι ξένοι από την Κύπρο.

Ο δύσκολος δρόμος αλλά και ο πλέον επωφελής για το μέλλον της πατρίδας μας και των παιδιών μας είναι ο δρόμος της νηφαλιότητας, της ορθολογικής διαπραγμάτευσης του θέματος, της ολοκληρωμένης διερεύνησης των όποιων προβλημάτων προκύπτουν και τα οποία αντιμετωπίζουμε, όλοι, Κύπριοι και μη Κύπριοι, που ζούμε σε αυτή τη χώρα.

Βάζουμε επίθετα επειδή θέλουμε να απομακρύνουμε το ουσιαστικό…

Σας ζητώ να σκεφτούμε κάτι μαζί. Γιατί πολλές φορές νιώθω σαν εξωγήινη σ’ αυτή την πόλη και σ’ αυτήν τη χώρα. Σας καλώ να σκεφτείτε δυνατά ότι σήμερα, πριν μερικές ώρες, σ’ αυτή την πόλη, σ’ αυτή που στεκόμαστε τώρα εδώ όλοι μαζί, στη Λευκωσία έγινε μια από τις μεγαλύτερες διαδηλώσεις που έγιναν ποτέ στην Κύπρο. Η μισή πόλη γράφει ιστορία και η υπόλοιπή μισή συνεχίζει την καθημερινότητά της απερίσπαστη. Τίποτα δεν την διαταράσσει.

Φίλες και φίλοι,

Ονομάζομαι Ξένια Κωνσταντίνου και ανήκω στην μεταπολεμική γενιά. Στη γενιά εκείνη που γεννήθηκε και μεγάλωσε το ‘80 την περίοδο του οικονομικού θαύματος και της τουριστικής έκρηξης. Την περίοδο των μεγάλων μαθητικών διαδηλώσεων στα οδοφράγματα, την περίοδο του «Οι γυναίκες Επιστρέφουν».

Μεγαλώσαμε με το «Δε Ξεχνώ» στα τετράδια και στα σέλοτεξ, με το μίσος ενάντια στους κακούς τούρκους, -τουρκοκύπριοι δεν υπήρχαν-, με την αποσιωποίηση του τι υπάρχει μερικά μέτρα πιο κάτω από το σπίτι μας. Με έτοιμο εθνικό ύμνο και επέτειο της Ανεξαρτησίας και με την κίβδηλη εντύπωση ότι αυτά ίσχυαν πάντα. Μεγαλώσαμε με μισή ιστορία, με αβίωτες μνήμες κατεχομένων εδαφών και με τους πολιτικούς να φωνάζουν «όλοι οι πρόσφυγες στα σπίτια τους».

Μεγαλώσαμε με πόνο, θυμό, αδικία και συνθήματα. Συναισθήματα τα οποία καταλάγιασαν και τα οποία μάλλον αφήνουν αδιάφορη τη νέα γενιά.

Σήμερα όμως τρεις δεκαετίες μετά είμαι πολύ θυμωμένη επειδή ενώ έχουν καταρρεύσει όλοι οι μύθοι, δεν έχει αλλάξει τίποτα. Ενώ τα οδοφράγματα έχουν ανοίξει, ζούμε όπως που να είναι κλειστά, ενώ έχουμε γνωρίσει ο ένας τον άλλον, προσποιούμαστε ότι δεν είδε κανείς τίποτα!

Είμαι θυμωμένη επειδή ο Πρόεδρος που υποτίθεται ότι επιδιώκει λύση από τους κύπριους για τους κύπριους, δε βρήκε σήμερα τη δύναμη να καλέσει τους μισούς κύπριους να ενωθούν με τους άλλους μισούς. Γι’ αυτό δε μπορώ ξανά να ακούσω για επετειακές αντικατοχικές εκδηλώσεις, ούτε για πορείες του ΕΛΑΜ εναντίον δήθεν της Τουρκίας, ούτε για δικοινοτικές εκδρομές στα χιόνια!

Λυπάμαι που βγάζω τον θυμό μου σ’ εσάς που είμαι βέβαιη πως νιώθετε τα ίδια που βιώνω κ εγώ, αλλά, σας καλώ όλους και όλες αν και είμαστε μειοψηφία και θα είμαστε πάντοτε ότι και να συμβεί, με όσο κουράγιο μας έχει απομείνει τον θυμό μας, τον θυμό σας να τον μετατρέψετε σε δύναμη, σε θυμό δημιουργικό, σε θυμό που δεν ασκεί απλά κριτική αλλά και που σκέφτεται πώς να αλλάξει τα πράγματα.

Εξάλλου ποιος το έλεγε το 2003 ότι θα άνοιγαν τα οδοφράγματα; Ποιος μας το έλεγε ότι θα είχαμε το 2004 συνολικό σχέδιο επίλυσης του κυπριακού μπροστά μας; Ποιος μας το έλεγε μετά την καταψήφισή του από τους ελληνοκύπριους ότι το 2011 οι τουρκοκύπριοι θα ήταν και πάλι στους δρόμους να διαδηλώνουν εναντίον της Τουρκίας;

Ποιος θα το έλεγε ότι η απόγνωση που ένιωσε ένας μικροπωλητής στην Τύνιδα από μια αυθαίρετη κίνηση της αστυνομίας, μια από τις εκατοντάδες που γίνονταν καθημερινά και ο αυτοπυρπολισμός του θα πυροδοτούσε τη μεγαλύτερη λαϊκή εξέγερση που βίωσε ποτέ ο αραβικός κόσμος.

Φίλες και φίλοι, εραστές της αισιοδοξίας και της ειρήνης,

Πριν τις κινητοποιήσεις των τουρκοκυπρίων προσωπικά είχα χάσει κάθε ελπίδα, θεώρησα ότι το κυπριακό είχε ουσιαστικά κλείσει και ότι χάθηκε κάθε παράθυρο αισιοδοξίας.

Σήμερα δεν πιστεύω το ίδιο, όπως το 2003 οι τουρκοκύπριοι μας έδωσαν ελπίδα έτσι και σήμερα την αναπτερώνουν και πάλι. Αλλά αν το 2003 ήμασταν πολύ ανοργάνωτοι, πολύ ξένοι μεταξύ μας και πολύ φοβισμένοι για να αντισταθούμε στον φοβικό και παράλογο λόγο και ανακοινώσεις τις τότε κυβέρνησης, σήμερα ας τολμήσουμε!

Δεν έχουμε άλλη ευκαιρία! Και για να έχει πραγματικό νόημα η κίνησή μας, την επόμενη φορά ας μη συναντηθούμε στη Λήδρας, ας πάμε έξω από το Προεδρικό και τη Βουλή. Έξω από τα οικήματα των κομμάτων. Εκεί που θα βγουν αύριο να μας μιλήσουν για την λύση με 6 επίθετα ο καθένας.

Δίκαιη, βιώσιμη, λειτουργική, ευρωπαϊκή, με σωστό περιεχόμενο, διζωνική ότι νάναι.

Βάζουμε επίθετα επειδή θέλουμε να απομακρύνουμε το ουσιαστικό. Το ουσιαστικό είναι η λύση! Αλλά για να πετύχουμε τη λύση πρέπει πρώτα οι κύπριοι να τη θέλουν πραγματικά.

Σας ευχαριστώ.

Η γυναίκα πολιτικός*

Η ενασχόληση της γυναίκας με την πολιτική αποτελεί ακόμη και σήμερα μια μάλλον δύσκολη εμπειρία, αφού η όλη σχέση πολίτη-πολιτικής διαμορφώνεται σχεδόν πάντοτε με ανδρικούς όρους. Η σημερινή γυναίκα της Κύπρου ενώ έχει κερδίσει τη νομική και σε μεγάλο βαθμό και την κοινωνική ισότητα με τον άνδρα, εν τούτοις, η ενασχόλησή της με ορισμένους παραδοσιακά ανδρικούς χώρους τη φέρνει συχνά αντιμέτωπη με ένα οικογενειακό και ευρύτερο περιβάλλον έτοιμο να την αμφισβητήσει και να τη χρεώσει με «παραμέληση των βασικών της υποχρεώσεων».

Μάλιστα, το γεγονός καθ’ αυτό, δηλαδή το φαινόμενο της ελλειμματικής συμμετοχής και εκπροσώπησης των γυναικών στα κέντρα λήψης αποφάσεων, δεν γίνεται εύκολα αντιληπτό ούτε από την πλατιά κοινωνία, ούτε καν από τους πολιτικούς φορείς κατά τους σχεδιασμούς τους.

Για τη συλλογική κοινωνική συνείδηση η πολιτική εξακολουθεί να αποτελεί έναν κατά βάση ανδρικό χώρο. Η είσοδος των γυναικών στην πολιτική, φαντάζει συνεπώς σαν μια παρέκκλιση του -αρσενικού πάντοτε- κανόνα, όπως αυτός εκφράζεται στη δομή και τον τρόπο λειτουργίας όλων των γνωστών μέχρι σήμερα πολιτικών σχημάτων και δομών. Γι αυτό και οι γυναίκες που επιμένουν να συμμετέχουν στις πολιτικές δραστηριότητες, και μάλιστα να διεκδικούν θέση σε πολιτικά όργανα και θεσμούς, αντιμετωπίζονται αν όχι με προκατάληψη, σίγουρα με κάποια αμηχανία.

Φυσικά η αντίδραση εξαρτάται εν πολλοίς και από το πλαίσιο μέσα στο οποίο θα επιλέξει να κινηθεί η κάθε πολιτικός. Για παράδειγμα, πιο εύκολα θα γίνει αποδεκτή μια γυναίκα πολιτικός που έχει στην ατζέντα της θέματα κοινωνικά, πολιτισμού, οικογένειας κλπ ενώ περισσότερη «αντίσταση» θα συναντήσει μια πολιτικός που θα καταπιαστεί με θέματα «περισσότερο ανδροπρεπή» όπως η οικονομία, η άμυνα, η εξωτερική πολιτική κλπ. Ή πιο εύκολα θα γίνει αποδεκτή στο χώρο της πολιτικής μια γυναίκα παντρεμένη παρά μια διαζευγμένη.

Αρκεί μάλιστα έστω και μια μικρή παράλειψη εκ μέρους των γυναικών για να βγουν στην επιφάνεια τα σεξιστικά στερεότυπα, τα σχετικά με το ρόλο και τον προορισμό του γυναικείου φύλου, αποτυπωμένα στα πρότυπα ενός κυρίαρχου σεξιστικού λόγου. Για σκεφτείτε λίγο το πιο κοινό κυπριακό επίθετο για αυτόν που δε παίρνει γενναίες αποφάσεις… ή για σκεφτείτε πως αντιμετωπίστηκε το θέμα «συγυρίσματος» των φακέλων του υπουργείου υγείας από την κα Ντίνα Ακκελίδου ή τα σχόλια που αφορούσαν στη βραχνή φωνή της κας Θεοχάρους.

Φυσικά σεξιστικός λόγος δεν είναι μόνο αυτός που απαξιώνει τις γυναίκες ή ανατρέχει σε θηλυκά χαρακτηριστικά για να μειώσει αντιπάλους, είναι επίσης και ο λόγος εκείνος που καθιστά τις γυναίκες αόρατες αναπαράγοντας την πατριαρχική αντίληψη πως το αρσενικό φύλο μπορεί και αρκεί για να εκφράσει και τα δύο φύλα.

Ωστόσο, τα τελευταία χρόνια, κάτι φαίνεται να αλλάζει χάρη στους αγώνες των ίδιων των γυναικών αλλά και στη διάθεση μιας σημαντικής μερίδας πολιτών να ενισχύσουν τη γυναικεία φωνή. Φυσικά ακόμη δεν αναπτύσσεται ευρεία συζήτηση για την αναγκαιότητα ισόρροπης συμμετοχής των γυναικών στη δημόσια σφαίρα και εκεί όπου συμβαίνει αυτό αναπτύσσονται τέτοιες αντιστάσεις οι οποίες μάλλον ενισχύουν τον σεξιστικό λόγο. Λειτουργεί δηλαδή μάλλον ως ερέθισμα για να βγάλει όλα τα αμυντικά του τύπου: «Είναι οι γυναίκες που δε ψηφίζουν γυναίκες», ή το άλλο περίφημο, «Βλέπεις τριγύρω να υπάρχει καμιά που αξίζει;».

Η προσπάθεια ώστε η συμμετοχή να συνδεθεί με την ποιότητα της δημοκρατίας, την κοινωνική συνοχή και την ανάπτυξη και να μας αφορά όλους και όλες βρίσκεται ακόμη κάπου στον ορίζοντα της πολιτικής μας ανάπτυξης. Χρειάζεται όμως πιστεύω να επιχειρήσουμε να επιταχύνουμε τη διαδικασία προς τα εμπρός. Χρειάζεται η κοινωνία και οι πολιτικοί της σχηματισμοί να αποδεχθούν πως οι γυναίκες διεκδικούν πλέον την ουσιαστική συμμετοχή τους στα όργανα και στις αποφάσεις που επηρεάζουν τη ζωή τους και να τις πιστώσουν με ψήφο εμπιστοσύνης.

Scroll to top