Month: February 2012

Όταν καίγεται η Αθήνα*

Η κατάσταση στην Ελλάδα με θυμώνει αλλά και με πληγώνει βαθιά. Η εικόνα από το Αττικό να καίγεται, το πλιάτσικο και τις καταστροφές δε λέει να ξεκολλήσει από το μυαλό μου.

Την ίδια ώρα, σωρός οι αναρτήσεις στις σελίδες κοινωνικής δικτύωσης που αγκαλιάζουν με θέρμη τη βία, δείχνουν κιόλας να την κατανοούν ως μορφή κοινωνικής έκφρασης απόλυτα δικαιολογημένης και επαναστατικής. «Ο λαός μίλησε» γράφει ένας φίλος και μένω να σκέφτομαι αν έχει νόημα να απαντήσω ή όχι. Αποφασίζω να το αποφύγω αλλά δε μπορώ παρά να συνεχίσω να διερωτώμαι αν έστω και ένας άστεγος θα βρει δουλειά ή στέγη εφόσον καεί όλη η Αθήνα. Διερωτώμαι τι θα συμβεί αν ο έμπορος αύριο στηθεί με την καραμπίνα έξω από την περιουσία του για να την προστατεύσει, τι θα συμβεί. Το δίκαιο με ποιου το μέρος θα είναι; Με τον αγανακτισμένο νέο που δε βρίσκει δουλειά και δεν έχει να πληρώσει το νοίκι ή με τον αγανακτισμένο οικογενειάρχη που δεν έχει άλλη ζήση για την οικογένειά του;

Δυστυχώς στην Ελλάδα ένας σημαντικός αριθμός ανθρώπων μεγάλωσε με ένα λανθάνον αριστερισμό. Ένα επαναστατικό απωθημένο που δεν τους επιτρέπει να ξεχωρίσουν τη βία από τη διεκδίκηση, την τάξη από την καταπίεση, την ατομική ευθύνη από τη συλλογική οργή.

Προχωρώ τη σκέψη μου ένα βήμα παρακάτω και προβληματίζομαι για την ευθύνη ορισμένων πολιτικών κομμάτων και του συνδικαλιστικού κινήματος, όταν οργανώνει συγκεντρώσεις στο κέντρο. Αλλά αυτό δε μπορείς να το πεις δημόσια στο κέντρο της Αθήνας, θα βρεθείς λιντσαρισμένος και θα φταις και από πάνω. Διαβάζω τις ανακοινώσεις. Οι ηθικοί αυτουργοί ΣΥΡΙΖΑ και ΚΚΕ μπροστά στο μέγεθος της καταστροφής αλλά και της δικής τους αδυναμίας να προβούν σε αυτοκριτική καταγγέλλουν τους «προβοκάτορες που συνεργάζονται με την αστυνομία για να ζημιώσουν το λαϊκό κίνημα».

Όμως οι συλληφθέντες που πιάστηκαν στο δημαρχείο προτού το καταστρέψουν έχουν όνομα, ηλικία, ιδιότητα και πολλοί προέρχονται από συγκεκριμένους εξωκοινοβουλευτικούς χώρους. Αλλά μάθαμε να αγαπάμε τη βία, να μας φταίνε πάντα οι άλλοι, και να επικροτούμε την καταστροφή ως ένδειξη αυθεντικής αγανάκτησης.

Ωσάν και θα αλλάξει κάτι αν καταστραφεί όλη η πόλη.

Η Αθήνα κατάντησε μια τεράστια αρένα. Από τη μια οι αναρχικοί αριστεριστές οι οποίοι διαλύουν την πόλη και περιουσίες συμπολιτών τους και από την άλλη, οι ομάδες νταήδων Χρυσαυγητών οι οποίοι «τρομοκρατούν και κακοποιούν περαστικούς και επιβάτες του μετρό στην Ομόνοια. Παλικαρίσια πολλοί μαζί κυκλώνουν, γρονθοκοπούν και κλωτσάνε τον καθένα μεμονωμένο άνθρωπο που μοιάζει μετανάστης, καθώς και όποιον ιθαγενή περαστικό δεν βιαστεί να φύγει αλλά αντιδράσει στη βαρβαρότητα. Οι νταήδες βγήκαν να «δείρουν» στην Ομόνοια έπειτα από συγκέντρωση της Χρυσής Αυγής…. («ΤΑ ΝΕΑ», 30/1).

Η βία είναι η ίδια όποιο και αν στοχεύει απ’ όπου και αν προέρχεται, όποια έκφανση και αν λαμβάνει. Η βία προκαλεί μόνο βία και ναι πρέπει να καταδικαστεί και να σταματήσει. Αντιδρώ με επιφύλαξη σε όσους με καλούν να την κατανοήσω. Πρώτιστα με ενδιαφέρει να την σταματήσω.
Τελικά συλλογιέμαι, απέμεινε κάποιο ίχνος δημοκρατίας σ’ αυτή την άλλοτε σπουδαία χώρα; Έμειναν ισχυρές φωνές που να μάχονται για ένα τρίτο δρόμο που να απορρίπτει κάθετα τη βία ως μέσο πολιτικής και κοινωνικής έκφρασης; Ελπίζω πως ναι, γιατί η δημοκρατία αποτελεί βασική προϋπόθεση για βιώσιμη οικονομική ανάπτυξη.

Το ’χει η φάρα μας τελικά…

 Το Υπουργείο Γεωργίας θα αποσύρει το φάκελο που συνοδεύει το αίτημα για εγγραφή του χαλουμιού ως Προϊόντος Προστατευόμενης Ονομασίας Προέλευσης (ΠΟΠ), καθώς, δεν εξασφαλίσθηκε η σύμφωνη γνώμη των τυροκόμων για την ποσόστωση του γάλακτος. Κινδυνεύουμε δηλαδή να «χάσουμε» το χαλούμι από κυπριακό προϊόν επειδή δε μπορούν οι πέντε βιομηχανίες γάλακτος που έχουμε να συμφωνήσουν για την ποσόστωση γάλακτος. Δε θέλω να είμαι μάντης κακών αλλά ενημερωτικά και μόνο αναφέρω ότι οι τουρκοκύπριοι φτιάχνουν επίσης το γνωστό hellim…

 Θυμάμαι το 2005 όταν επισκεφθήκαμε τον τέως Πρόεδρο μαζί με αντιπροσωπεία της Νεολαίας του Ευρωπαϊκού Λαϊκού Κόμματος και δέκτηκε να απαντήσει σ’ ορισμένες ερωτήσεις. Μια σκανδιναβή κοπέλα τον ρώτησε κατά πόσο θα αποδεκτεί ως λάθος την εκτίμηση του για το Σχέδιο Ανάν σε περίπτωση που η λύση που τελικά βρεθεί αποδειχθεί χειρότερη από εκείνη που απέρριψε. Την απάντησή του θα τη θυμάμαι μια ζωή. Σκέφτηκε για μερικά δευτερόλεπτα και μετά είπε, «όταν έχω γάγγραινα στο πόδι δεν το κόβω, ψάχνω να βρω θεραπεία». Αυτό το “όλα ή τίποτα” είναι που μας έχει φάει σ΄ αυτόν τον τόπο και όλο η γάγγραινα προχωρά και μας τρώει πατρίδες και προϊόντα. Τουλάχιστον γνωρίζουμε το τέλος…

 Δεν πέρασε ούτε καν ένας χρόνος όταν στα πάνελ των βουλευτικών εκλογών οι συνάδελφοι του ΑΚΕΛ βρίσκονταν στον αστερισμό της «ισοπέδωσης». Κάθε κριτική την απαντούσαν με την ατάκα της ισοπέδωσης. Θυμάμαι τότε διαφαίνονταν τα πρώτα σημάδια της αρνητικής πορείας που θα έπαιρνε η απασχόληση. Αλλά προφανώς η γραμμή ήταν να εμπεδώσουν ότι η αντιπολίτευση είναι ισοπεδωτική αντί να συζητήσουν την ουσία. Πριν μερικές μέρες ανακοινώθηκαν τα αποτελέσματα της Eurostat. Η ανεργία στην Κύπρο τον περασμένο Δεκέμβριο είχε φτάσει στο 9.3%, ενώ οι νέοι αποτελούσαν το 25.8% των ανέργων, ποσοστό το οποίο είναι διπλάσιο του αντίστοιχου περσινού. Το μόνο που τελικά ισοπεδώθηκε στα σίγουρα είναι τα όνειρα μιας γενιάς.

 Για φέτος η λέξη κλειδί είναι η «μετάλλαξη». Κάθε τοποθέτηση και δήλωση της αντιπολίτευσης αποτελεί «μετάλλαξη». Πάντως αν όντως πριν 7 μήνες ο ΔΗΣΥ ήταν ισοπεδωτικός και τώρα μεταλλάχτηκε θα έπρεπε λογικά να χαιρετήσουν τη …μεταμόρφωση.

 Είχαμε και τη Γιορτή των Γραμμάτων. Δύο ομιλίες άκουσα, μια από τον σκηνοθέτη-σεναριογράφο Παντελή Βούλγαρη στο Πανεπιστήμιο Κύπρου και μια άλλη του Αρχιεπισκόπου Κύπρου Χρυσόστομου στη Φανερωμένη. Στην πρώτη αγαλλίαζε η ψυχή σου από τη γνώση, τη σεμνότητα και τον πολιτισμό που έβγαζε η ποιότητα λόγου και σκέψης. Στη δεύτερη περίπτωση σου σηκωνότανε η τρίχα από την ανοησία και το ρατσισμό. Θρησκευόμενη δεν υπήρξα ποτέ στη ζωή μου, αλλά δε χρειάζεσαι τη θρησκεία για να έχεις αγάπη και συμπόνια, χρειάζεσαι παιδεία. Σε ακτίνα 200 μέτρων από εκεί που διαβαζόταν η εγκύκλιος του Αρχιεπισκόπου από τον εφημέριο, ζουν παιδάκια σε άθλιες συνθήκες που δε διαθέτουν τα βασικά για να τραφούν και να ζήσουν με αξιοπρέπεια. Αν ο κύριος που στεκόταν στο πιο ψηλό στασίδι με το χρυσό του σκήπτρο και στέμμα στοχεύει άθελα ή ηθελημένα να τα καταδικάζει σε ακόμα χειρότερη μοίρα και απομόνωση, επειδή λέει ρίχνουν το γλωσσικό και μαθησιακό επίπεδο των δικών μας παιδιών, τότε δε μπορώ παρά να τον κρίνω ως επικίνδυνο για την κοινωνική συνοχή της κοινωνίας μας.

Υ.Γ. Eurocypria …. Spanair ….. Malev….. Κυπριακές …..

Στόχος η αλλαγή, μέσο μας η πολιτική*

Ο Δημοκρατικός Συναγερμός πέρασε σχετικά αλώβητος μέσα από τις συμπληγάδες των εσωκομματικών εκλογών, ενώ στις 11 Φεβρουαρίου στο Παγκύπριο του Συνέδριο εκλέγει νέο Πολιτικό Γραφείο και βάζει πλώρη για τις Προεδρικές του 2013.

Το διακύβευμα πλέον είναι να καταφέρει να πείσει για την ικανότητά του να προσφέρει ένα εναλλακτικό μοντέλο εξουσίας. Με αποφασιστική ηγεσία η οποία και να είναι και να φαίνεται ικανή να απαλλάξει τη χώρα μας από το δογματισμό μιας κυβέρνησης που αποδεδειγμένα πλέον δε μπορεί να διαχειριστεί τα αυτονόητα.

Το 2012 προμηνύεται να είναι ένα έτος πολιτικά δύσκολο. Οι υποβαθμίσεις της οικονομίας, η κρίσιμη καμπή που διέρχεται το κυπριακό, η αυξημένη εγκληματικότητα και τα σοβαρά προβλήματα στους κρίσιμους τομείς της υγείας και των συγκοινωνιών απαιτούν σοβαρότητα και αποφασιστική αντιπολίτευση καθημερινά. Όπως πολύ σωστά τονίζει και η Σώτη Τριανταφύλλου, σε περιόδους οικονομικής ύφεσης και γενικευμένης κρίσης ενισχύονται τα πολιτικά άκρα, η θρησκεία και οι θεωρίες συνωμοσίας. Μέσα σ’ ένα τέτοιο γενικευμένο περιβάλλον είναι που χρειάζονται αποφασιστικές και γενναίες ηγεσίες. Με σοβαρότητα, για να μπορέσουν να αντιμετωπίσουν τις προκλήσεις χωρίς να παρασύρονται από λαϊκισμό αλλά, που να διαθέτουν τον απαραίτητο ρεαλισμό και τη διορατικότητα για να σκεφτούν την επόμενη μέρα.

Ο Δημοκρατικός Συναγερμός και ο Πρόεδρός του έχουν αποδείξει μέχρι στιγμής την ικανότητά τους να τοποθετούν το συλλογικό όφελος υπεράνω του προσωπικού ή του κομματικού. Μ’ αυτή την αρχή είναι που κέρδισε την εκτίμηση πέρα από το δικό του πυρήνα ψηφοφόρων και ενός ολοένα και αυξανόμενου μεριδίου πολιτών, ειδικά ακομμάτιστων και ανένταχτων. Ο ΔΗΣΥ, εφόσον ολοκληρώσει τις εσωκομματικές του διεργασίες, δεν έχει άλλη επιλογή από το να κινηθεί αποφασιστικά μπροστά. Να αποφύγει άσκοπες συζητήσεις για σκοπούς εσωτερικής κατανάλωσης και να προτάξει τη λογική ως ασπίδα του στο λαϊκίστικο λόγο των αντιπάλων του.

Το επιχείρημα του ΑΚΕΛ για δήθεν πρόωρη προεκλογική συζήτηση δεν ευσταθεί. Ο ρόλος κάθε αντιπολίτευσης είναι να κρίνει με τρόπο συνεπή και εποικοδομητικό την κυβέρνηση από την ημέρα της εκλογής της. Οι πολίτες είναι αυτοί που θα αποφασίσουν εάν ο πολιτικός λόγος που εκφέρει η κάθε παράταξη έχει ουσία και περιεχόμενο ή αν είναι κενός και αμυντικά αρνητικός. Σε μια δημοκρατία, η προεκλογική περίοδος δε ξεκινά μετά από το σφύριγμα του διαιτητή, προεκλογική περίοδος είναι η καθημερινή υγιής αντιπαράθεση ιδεών και μηνυμάτων.

Το 2012 βρήκε τα μέλη και τους υποστηρικτές του ΔΗΣΥ σε κατάσταση πολιτικής ευφορίας. Τα πρόσφατα εκλογικά αποτελέσματα των Δημοτικών εκλογών αλλά και των Βουλευτικών του περασμένου Μαΐου άνοιξαν ένα παράθυρο αισιοδοξίας. Είναι πλέον στο χέρι της ηγεσίας της Παράταξης να υποστηρίξει με συνέπεια και με πράξεις την ανάγκη για εκσυγχρονισμό των θεσμών και της κοινωνίας, την ανάγκη ανανέωσης και συνεχούς προώθησης ενός νέου πολιτικού πολιτισμού με δύναμη της σκέψη και τις ιδέες, με τεκμηριωμένα επιχειρήματα και καθαρό πολιτικό λόγο.

Οι πολίτες σήμερα αναζητούν προτάσεις και λύσεις, συνέπεια και λογοδοσία. Όποια παράταξη μείνει περιχαρακωμένη στο παρελθόν και επιχειρήσει να απευθυνθεί στο δικό της κλειστό κομματικό πυρήνα θα αποτύχει. Σε μια εποχή όπου τα κόμματα με την παραδοσιακή τους μορφή πλησιάζουν προς το τέλος τους, θα δικαιωθεί εκείνος ο οποίος έχει την ικανότητα να κοιτάξει πρώτα την κοινωνία και μετά το οποίο μικροκομματικό κόστος.

Ο διαπραγματευτής και η ουσία του Κυπριακού*

Φέρνω στο μυαλό μου την εικόνα που έκανε το γύρο των ειδησεογραφικών πρακτορείων με τους κύριους Χριστόφια, Έρογλου και τον Γενικό Γραμματέα των Ηνωμένων Εθνών. Το πλάνο και μόνο μου προκαλεί μια αίσθηση απογοήτευσης και δυσφορίας. Η εικόνα δύο ηγετών για τους οποίους είναι πλέον γνωστή η μειωμένη τους ικανότητα να συνομιλήσουν με άνεση και επάρκεια έστω σε μια δεύτερη γλώσσα είναι αποκαρδιωτική. Πόσο μάλλον όταν προσθέσω στο πιο πάνω την έλλειψη άλλων δεξιοτήτων, όπως αυτές της διπλωματίας, της γνώσης συνταγματικών θεμάτων, διεθνών σχέσεων και ικανότητες διαπραγμάτευσης.

Νομίζω στη βάση αυτής της ρεαλιστικής αποτίμησης και δίχως καμιά διάθεση υποτίμησης του θεσμού του Προέδρου του κράτους, πως η τοποθέτηση του Νίκου Αναστασιάδη σε σχέση με την ανάγκη διορισμού άλλου διαπραγματευτή πως είναι ορθή. Θεωρώ δηλαδή, ότι η διαπραγμάτευση ενός τόσο κρίσιμου ζητήματος θα έπρεπε να αφεθεί στα χέρια τεχνοκρατών που να διαθέτουν πολιτική επάρκεια και οι οποίοι να έχουν σαφείς πολιτικές οδηγίες για το πλαίσιο στο οποίο μπορούν να κινηθούν.

Ενδεχομένως ένα τέτοιο μοντέλο να κρατούσε τη διαδικασία πιο ζωντανή και πιο συνεπή, σε σχέση τουλάχιστον με την παρούσα διαπραγματευτική διαδικασία η οποία παραπαίει από συνάντηση σε συνάντηση χωρίς καμιά ουσιαστική ένδειξη προόδου ή αποτέλεσμα. Κατ’ ακρίβεια, δε θα ήταν υπερβολή να ισχυριστεί κανείς ότι εδώ που φτάσαμε η διαδικασία πνέει τα λοίσθια. Αρκετές εκ των τεχνικών επιτροπών δε λειτουργούν, οι συνομιλίες προχωρούν με εξαιρετικά αργό ρυθμό, ενώ το κλίμα μέσα στο οποίο διεξάγονται είναι έντονα αρνητικό λόγω της έλλειψης εμπιστοσύνης και κοινής αντίληψης τόσο σε επίπεδο τοποθετήσεων, όσο και σε επίπεδο προτεραιοτήτων.

Πέρα όμως από τον διαπραγματευτή τίθεται και το ζήτημα της πολιτικής βούλησης και αποφασιστικότητας. Αν θεσμικά η πλευρά μας συμφωνήσει σε ένα νέο μοντέλο χειρισμού των διαπραγματεύσεων θα πρέπει την ίδια στιγμή η νέα ομάδα και ο επικεφαλής της να έχουν ένα ξεκάθαρο πλάνο για το τι επιδιώκουμε και κυρίως για το τι λύση θέλουμε.

Ένας διαπραγματευτής ο οποίος θα είναι οπισθάγκωνα δεμένος από μια πολιτική ηγεσία που άλλα λέει, άλλα θέλει και άλλα κάνει, δε θα έχει καμιά πιθανότητα επιτυχίας ακόμη και αν διαθέτει όλα τα φόντα για να πετύχει στον σκοπό του.

Ένας διαπραγματευτής θα πετύχει αν περιβάλλεται με την κατάλληλη πολιτική στήριξη και άσκηση διεθνούς διπλωματίας. Το κυπριακό δε θα λυθεί στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων. Εκεί θα συμφωνηθεί και θα υπογραφεί. Αλλά το κυπριακό μπορεί να λυθεί μόνο ως μέρος μιας ολοκληρωμένης στρατηγικής η οποία να εμπλέκει πέρα από τις δύο κοινότητες και την Ευρωπαϊκή Ένωση και χώρες μέλη του Συμβουλίου Ασφαλείας και την ίδια την Τουρκία. Για να σχεδιαστεί αυτή η στρατηγική χρειάζονται πολιτικές ηγεσίες που να είναι σε θέση να ασκήσουν πίεση στη βάση αμοιβαίων πλεονεκτημάτων που θα προκύψουν από τη λύση για όλες τις πλευρές.

Μέχρι στιγμής, μόνο ο Γλαύκος Κληρίδης μαζί με τον Κώστα Σημίτη και τον Γιάννο Κρανιδιώτη πέτυχαν το πιο πάνω με τη στρατηγική ένταξης της Κύπρου στην Ε.Ε.. Έκτοτε, η τραγική αλήθεια είναι πως ακροβατούμε μεταξύ της αυτιστικής άρνησης που ίσχυσε επί Παπαδόπουλου και του πολιτικού δράματος «θέλω αλλά δε μπορώ» του Δημήτρη Χριστόφια.

Scroll to top