Month: June 2012

Όταν η ακρότητα καραδοκεί…

Η δημόσια βία στην Ελλάδα δεν έκανε την εμφάνισή της χτες με τη χυδαία και απροκάλυπτη σωματική επίθεση του πρώην βουλευτή και εκπροσώπου τύπου της Χρυσής Αυγής, ενάντια στις κυρίες Δούρου και Κανέλλη.
Στην Ελλάδα, η βία υποβόσκει εδώ και δεκαετίες, ουσιαστικά από το προσκήνιο δεν έφυγε ποτέ από τον καιρό της Χούντας και του πολυτεχνείου. Βρίσκεται μονίμως είτε στη δημόσια σφαίρα, δηλαδή έξω στους δρόμους, στις διαδηλώσεις, στις φοιτητικές εκλογές, στο πλιάτσικο, στις πυρκαγιές, στις καταστροφές των μνημείων, είτε, βρισκόταν στις τακτικές επιθέσεις τρομοκρατικών οργανώσεων.
Αυτό το οποίο προστέθηκε τελευταία εξαιτίας της οικονομικής κρίσης, είναι ένα είδος βίαιου αντικοινοβουλευτισμού το οποίο αγκαλιάστηκε ως μόδα από μια πλατιά μερίδα του ελληνικού λαού. Οι κρεμάλες των «αγανακτισμένων», τα λαϊκά συνθήματα του τύπου «να καεί το μπουρδέλο η βουλή» και οι προπηλακισμοί κατά των πολιτικών είναι ενδείξεις μιας κοινωνίας που είτε επικροτεί τη βία είτε καταφεύγει σε αυτήν. Ας θυμηθούμε για λίγο τις επιθέσεις εναντίον βουλευτών και υπουργών, (Κουβέλη, Χατζηδάκη, Γεωργιάδη) και τις μετέπειτα ανακοινώσεις των ίδιων των κομμάτων τους που από το φόβο του υποτιθέμενου πολιτικού κόστους ήταν πάντα νερωμένες και έδειχναν μια ανεξήγητη «κατανόηση» δήθεν προς το λαϊκό αίσθημα.
Είναι μέσα σ’ αυτό πλαίσιο που δόθηκε η νομιμοποίηση σε οργανωμένα «παλικάρια» της αριστεράς  να καίνε τις πόλεις, να σπάνε τράπεζες και να λεηλατούν ιδιωτικές περιουσίες με πρόσχημα λαϊκές διαμαρτυρίες. Ενώ την ίδια στιγμή αποθρασύνθηκαν τα ακροδεξία φασιστάκια της Χρυσής Αυγής και άρχισαν να ξυλοκοπούν κάθε μετανάστη που κυκλοφορούσε στο δρόμο ή όποιον άλλο δεν ανταποκρίνεται στις δικές τους ελληνικές δήθεν προδιαγραφές.    
Η βία όμως είναι όπως τη Λερναία Ύδρα, όταν φτάσει και γεννηθεί μετά βγάζει χίλια κεφάλια. Όσο καλλιεργείται από την πλειοψηφία του πολιτικού συστήματος η κουλτούρα ότι η βία είναι δικαιολογημένη ή όχι ανάλογα της περίπτωσης, ο κύκλος αυτός δεν πρόκειται να σταματήσει. Όσο υπάρχουν αριστεροί που θεωρούν δικαιολογημένη την άσκηση βίας επειδή είναι αντίδραση στο καπιταλιστικό σύστημα, αναρχικοί που τη χρησιμοποιούν ως δήθεν αντι-εξουσιαστικό εργαλείο και δεξιοί που τη θεωρούν ως αποτελεσματική μέθοδο αντίδρασης στην παράνομη μετανάστευση, το πολιτικό και κοινωνικό σύστημα θα καταρρεύσει και θα πάρει μαζί του όλους ανεξαιρέτως.
Μεταφερόμενοι πίσω στα καθ’ ημάς και το κυπριακό πολιτικό πλαίσιο, το τελευταίο χρονικό διάστημα παρατηρώ και πάλι – ιδιαίτερα μετά τα αποτελέσματα των πρόσφατων εκλογών στην Ελλάδα- να ξεπηδά μια οργανωμένη φασιστική φωνή από τους εγχώριους εκπροσώπους της τάσης, βλέπε Χρυσή Αυγή και ΕΛΑΜ. Αυτό που είναι περισσότερο ανησυχητικό είναι ότι η πολιτική αντίδραση απέναντί τους στερείται καθαρής και ουσιαστικής επιχειρηματολογίας. Το ΑΚΕΛ στις δηλώσεις του επιμένει να απευθύνεται στο δικό του ακροατήριο και να τα τσουβαλιάζει όλα μαζί. Δηλαδή  εκφράζει ανησυχία μαζί με παραδοσιακά συνθήματα της κυπριακής αριστεράς για το πραξικόπημα, μαζί με λίγη δόση αντι-ιμπεριαλισμού και στο τέλος δημιουργεί ένα αχταρμά κοινής ακελικής ανακοίνωσης. Από την άλλη στο στρατόπεδο της δεξιάς, ενώ ο Νίκος Αναστασιάδης αρχηγικά καταδικάζει κάθετα, η μεγάλη δεξιά δείχνει να δειλιάζει να προχωρήσει ένα βήμα πιο κάτω και να δώσει συνειδητά τη μάχη σε ζητήματα ευαίσθητα γι’ αυτή που τρέφουν τέτοια κινήματα όπως για παράδειγμα το μεταναστευτικό.
Το βέβαιο είναι πως σε περίοδο γενικευμένης κρίσης και ενόψει εκλογών, αυτό που τρέφει με τον πιο γρήγορο τρόπο τα κινήματα αυτά είναι ο λαϊκισμός και η πόλωση. Αυτό ας το βάλουν καλά στο μυαλό τους όσοι τυχόν φλερτάρουν με την ιδέα να κινηθούν με λόγο διχαστικό ή λαϊκίστικο. Να γνωρίζουν ότι πάντα θα υπάρχουν αυτοί που θα τους κερδίζουν κατά κράτος στη μάχη αυτή και δεν είναι άλλοι από το ΕΛΑΜ και τη Χρυσή Αυγή.

Αναμνήσεις και μαθήματα από τη EUROVISION

Το διαγωνισμό της EUROVISION τον έχω συνδέσει με διάφορα γεγονότα της ζωής μου. Από το παιδικό μπάνιο όπου τραγουδούσα δυνατά στις χρωματιστές πλαστικές πάπιες το «Άννα-Μαρία-Λένα» του Άντυ Πολ μέχρι, την πρώτη εφηβεία και το «Εδώ πλανήτης γη» που μου δημιούργησε τα πρώτα σκιρτήματα περιβαλλοντικής ανησυχίας…
Πιο έντονα όμως η eurovision έμεινε χαραγμένη στη μνήμη μου επειδή μου προκάλεσε τις πρώτες κριτικές σκέψεις. Θυμάμαι που η μονο-καναλική μας τηλεόραση προσπαθούσε κάθε χρονιά να μας μεταφέρει την απόλυτη σιγουριά ότι το τραγούδι μας ήταν το μεγάλο φαβορί για την πρωτιά. Κάθε χρονιά ο ίδιος ενθουσιασμός και η ίδια υπερβολή, αλλά, κάθε χρόνο … η ίδια ψυχρολουσία. Το τραγούδι της Κύπρου κατέληγε σχεδόν πάντοτε στην τελευταία, άντε το πολύ στην προτελευταία θέση της βαθμολογίας. Τότε άρχισα να σκέφτομαι ότι αυτό που βλέπω και ακούω στην τηλεόραση μπορεί να είναι απλά ένα ψέμα και ότι δεν έπρεπε να το παίρνω και τόσο στα σοβαρά.
Μεγαλώνοντας ανακάλυψα ότι ένα σημαντικό μέρος των «ειδήσεων» δεν ήταν ακριβώς ειδήσεις αλλά προκατασκευασμένες ιστοριούλες, σερβιρισμένες με τις ανάλογες «γαρνιτούρες τηλεθέασης» (εικόνες, μουσική επένδυση, επιλογή λέξεων και ύφος παρουσιαστή) για να περάσουν συγκεκριμένα μηνύματα και να καλλιεργήσουν συνειδήσεις. Συνειδήσεις περίκλειστης μεγαλομανίας. Έτσι μεγαλώσαμε νομιζόμενοι ότι η Κύπρος είναι λίγο-πολύ το κέντρο του κόσμου. Το κυπριακό το δεσπόζον πολιτικό ζήτημα του πλανήτη και η αδικία που υποστήκαμε δια μέσω των αιώνων από όλους τους ξένους κατακτητές κατάφορη και ασυγχώρητη. Όλα αυτά εμποτισμένα με ένα ελληνοκυπριακό -τολμώ να πω- εθνικισμό.
Και ο καιρός πέρασε και όλα γύρω μας άλλαξαν, το κυπριακό οδεύει αργά αλλά σταθερά προς το κλείσιμό του και στην παγίωση των τετελεσμένων, η Κύπρος έγινε μέλος της Ε.Ε., οι κύπριοι έγιναν από αγρότες επιστήμονες και οι κύπριες από νοικοκυρές μάνταμς. Οι νέες γενιές προοδεύουν, εκπαιδεύονται καλύτερα και αλλάζουν με γοργούς ρυθμούς τη βιτρίνα της παραδοσιακής αγροτικής μας κοινωνίας σε μια μοντέρνα, φιλελεύθερη και σύγχρονη εικόνα.
Αλλά κάτω από την εικόνα αυτή εκείνο το σύνδρομο της eurovision ακόμα μας κυριεύει. Γι αυτό μας δυσκολεύει η γρήγορη αλλαγή, μας δυσκολεύει η επαφή με άλλες κουλτούρες, μας δυσκολεύει η αλλαγή και η μετάβαση από οικονομία του δημοσίου σε οικονομία του ανταγωνισμού.
Θέλουμε να ζήσουμε λίγο ακόμα από εκείνο τον μαζικό γιουροβιζιονίστικο ενθουσιασμό ότι είμαστε οι καλύτεροι και ότι θα είμαστε πάντα πρώτοι. Η αλήθεια όμως είναι πως ζούμε δυστυχώς σε μια χώρα της οποίας η οικονομία καταρρέει, οι θεσμοί δεν είναι ισχυροί και ανεξάρτητοι και η διάθεσή μας να τρέξουμε και να κάνουμε θυσίες για να προλάβουμε το τρένο της αλλαγής δεν πείθει ιδιαίτερα.

Γι αυτό πριν μας ξυπνήσει βίαια η «ανακοίνωση των αποτελεσμάτων», η ένταξη μας στον μηχανισμό στήριξης, η μείωση των μισθών, οι μαζικές απολύσεις, το κλείσιμο αρκετών ημικρατικών οργανισμών κλπ, ας επιχειρήσουμε να πάρουμε τις τύχες μας στα χέρια μας και να ξελασπώσουμε εμείς οι ίδιοι την Κύπρο από τον «πάτο της βαθμολογίας». 

Scroll to top