Month: January 2013

Ποιος θυμάται το κυπριακό;

Ο Δ. Χριστόφιας αποδείχτηκε τραγικά ανεπαρκής στην προσπάθειά του να διαχειριστεί το κυπριακό. Οι προσδοκίες που δημιούργησε αρχικά η εκλογή του στη διεθνή κοινότητα και σε σημαντική μερίδα της ε/κ κοινότητας έδωσαν γρήγορα τη θέση τους στην απογοήτευση.  Ο συνολικός απολογισμός της θητείας του είναι ότι παραδίδει τη διαδικασία επίλυσης σε πολύ χειρότερη κατάσταση απ΄ ότι όταν την παρέλαβε. Ουσιαστικά, παραδίδει μια νεκρή και απαξιωμένη διαδικασία, ένα αδιάφορο έως και εχθρικό διεθνές περιβάλλον και μια κοινή γνώμη δίχως ελπίδα, έτοιμη να χωνέψει για πάντα ότι το κυπριακό δε μπορεί να λυθεί.
Η σύσταση των κοινών επιτροπών και η επανέναρξη των διαπραγματεύσεων αντί να καλλιεργήσουν εντός και εκτός εμπιστοσύνη και αισιοδοξία, οδήγησαν σε ένα Βατερλό διγλωσσίας, προχειρότητας και τελικά απαξίωση της διαδικασίας. Το γνωστό επιχείρημα περί  αδιαλλαξίας της Άγκυρας παρέμεινε η σταθερή και επαναλαμβανόμενη δικαιολογία για να κρύψει από πίσω η δική μας πλευρά την ανικανότητά της.
Ο μύθος ότι ο Δ. Χριστόφιας κατέβαλε δήθεν κάθε δυνατή προσπάθεια για να διασώσει τη διαδικασία κατέρρευσε σχετικά νωρίς μέσα από το διπλωματικό φτύσιμο των Ηνωμένων Εθνών στις 25 Νοεμβρίου 2010. Ο κ. Μπαν Γκι Μουν με την τότε δημοσιοποίηση της έκθεσης για την αποστολή των καλών του υπηρεσιών, μέσα σε οκτώ σελίδες, ξεσκέπασε την υποκρισία με την οποία προσέγγιζαν τις διαπραγματεύσεις οι ηγέτες των δύο κοινοτήτων. Τα Ηνωμένα Έθνη, αφήνοντας κατά μέρος τα ευγενή σχόλια και επευφημίες σε σχέση με τις δήθεν προθέσεις είπαν τα πράγματα με το όνομά τους. Ότι δηλαδή, οι διαπραγματευτές των δύο κοινοτήτων συζητούν για χάρη της συζήτησης.
Η συνέχιση του αλαλούμ εντός και εκτός ανάγκασε τον  Γ.Γ. του ΟΗΕ στις 27 Απριλίου το 2012 να διακόψει το στημένο παιχνίδι εντυπώσεων δηλώνοντας ότι, «δε βλέπει κανένα λόγο να καλέσει άλλες συναντήσεις μεταξύ των δύο ηγετών, εκτός και αν, υπάρχει ένδειξη και από τις δύο πλευρές ότι υπάρχει κάτι ουσιαστικό να συμφωνηθεί». Έτσι ήταν που κατάρρευσε για πάντα ο μύθος του Προέδρου της Δίκαιης Λύσης. Το άλλο μισό κομμάτι (αυτό για τη «Δίκαιη Κοινωνία») είχε εξανεμιστεί ήδη από τον πρώτο κιόλας χρόνο διακυβέρνησής.
Με ευθύνη της υφιστάμενης κυβέρνησης είναι που το κυπριακό έχει περιέλθει στη σημερινή τραγική του κατάσταση. Η οποία, μετατίθεται στους ώμους του επόμενου Προέδρου ο οποίος αν δε θέλει να είναι αυτός που θα επικυρώσει το μνημόνιο διχοτόμησης της πατρίδας μας οφείλει να ενώσει τις ηγεσίες όσων περισσότερων κομμάτων σε μια κοινή γραμμή διεκδίκησης.
Προσωπικά τα συνθήματα περί ενότητας δεν τα έχω ασπαστεί ποτέ μου. Πάντα πίστευα και εξακολουθώ να πιστεύω ότι η δημοκρατία λειτουργεί καλύτερα όταν διαφορετικές θέσεις αντιπαρατίθενται ανοικτά και με τόλμη στο δημόσιο διάλογο. Όμως, το κυπριακό απαιτεί ενότητα και συλλογική προσπάθεια επειδή σ’ αυτό το ζήτημα διαπραγματευόμαστε ως κοινότητα όχι ως παρατάξεις και όχι ως ιδεολογίες.
Η επόμενη πολιτική ηγεσία της κοινότητάς μας οφείλει δημόσια να συζητήσει τις απόψεις της κάθε παράταξης και να καταλήξει επιτέλους σε κοινή συμφωνημένη θέση της Ε/Κ πλευράς. Με τον όρο κοινή θέση δεν εννοώ σε καμιά περίπτωση ένα σιδηρόδρομο λέξεων που ο καθένας θα ερμηνεύει αναλόγως γούστου και ακροατηρίου, αλλά, ένα καθαρό και αναλυτικό κείμενο με τις βασικές διατάξεις για όλα τα κύρια θέματα που άπτονται της επιδιωκόμενης λύσης (περιουσιακό, αποζημιώσεις, συνταγματικό, ασφάλεια, οικονομία, εξωτερική πολιτική).
Εννιά χρόνια μετά το 2004 έφτασε ο καιρός να αφήσουμε πίσω ανούσιες συζητήσεις για μετάνοιες, απολογίες, περηφάνιες κλπ. Το ουσιαστικό είναι πως η Κύπρος παρέμεινε μοιρασμένη, κανένας πρόσφυγας δεν επέστρεψε και κανένα τετελεσμένο της εισβολής δεν ανατράπηκε. Αν η επιδίωξή μας είναι όντως να άρουμε την κατοχή τότε δεν έχουμε άλλο χρόνο για χάσιμο, χρειάζεται να τρέξουμε για να προλάβουμε τα όσα έρχονται. Να οπλιστούμε με σοβαρότητα, να εξετάσουμε τις επιλογές μας και να καταλήξουμε σ’ αυτό που μας ικανοποιεί περισσότερο και που ρεαλιστικά μπορούμε να πετύχουμε. Μόνο έτσι μπορούμε να διεκδικήσουμε αξιόπιστα, κινητοποιώντας φίλους και συμμάχους και δημιουργώντας στρατηγικές συμμαχίες συμφερόντων με ευρωπαϊκές και γειτονικές χώρες. Αξιοποιώντας τα νέα δεδομένα και την προοπτική του αερίου ως καρότο και μαστίγιο ταυτοχρόνως για να βγούμε από το αδιέξοδο. Γιατί μπορεί να κινδυνεύουμε να χάσουμε μια γένια λόγω της κρίσης αλλά με το κυπριακό παγιδεύσαμε ήδη τρεις γενιές σε μια υπό κατοχή μοιρασμένη πατρίδα με ότι αυτό συνεπάγεται.
 

Η τηλεμαχία από άποψη επικοινωνίας και ουσίας

 
 
Επικοινωνιακά, θεωρώ ότι νικητής αναδείχτηκε ο Νίκος Αναστασιάδης, 2ος ο Γιώργος Λιλλήκας και 3ος ο Σταύρος Μαλάς. Ο Ν.Α. αποδείχτηκε ο πιο επιμελής, μελέτησε και προπονήθηκε περισσότερο από τους άλλους δύο στη μεθοδολογία της τηλεμαχίας. Έτσι μπόρεσε να διαχειριστεί το χρόνο καλύτερα. Οι απαντήσεις του ήταν μετρημένες και ολοκληρωμένες εντός των χρονικών πλαισίων που του επέτρεπαν οι κανονισμοί, ενώ ακόμη και στις περιπτώσεις εκείνες που του ξέφευγε ο χρόνος χαμογελούσε ήρεμος και ολοκλήρωνε με συντομία στα 15 δεύτερα που είχε στη συνέχεια.
Ο Γιώργος Λιλλήκας ήταν στημένος σωστά, ο τόνος και η ένταση της φωνής του εκπέμπαν ένα αέρα αυτοπεποίθησης αλλά δεν έλειψαν και οι στιγμές που απόπνεε εγωκεντρισμό. Ήταν μονοθεματικός στο μεγαλύτερο μέρος της εκπομπής αλλά επιτυχημένος στο να εφευρίσκει νέους διαδρόμους για να επιστρέψει τη συζήτηση πίσω στο κεντρικό του επιχείρημα. Ήταν σαφές ότι ήθελε κυρίως να διαφοροποιηθεί από τους άλλους δύο παρά να μπει σε συζήτηση μαζί τους. Προσπάθησε με επικοινωνιακές ατάκες να αναιρέσει σε ορισμένες περιπτώσεις το ηγετικό και αξιόπιστο προφίλ του Νίκου Αναστασιάδη αλλά δεν το πέτυχε με τρόπο πειστικό.
Ο Σταύρος Μαλάς ήταν ο πιο άπειρος και αυτό φάνηκε έντονα στη μάχη της επικοινωνίας. Από την πρώτη στιγμή έδειχνε να ασφυκτιά μέσα στην τυποποιημένη διαδικασία εφόσον ο περιορισμένος χρόνος δεν του επέτρεπε από τη μια να δώσει ικανοποιητικές εξηγήσεις για τους λόγους για τους οποίους δεν ήθελε να προβεί στην οποιαδήποτε κριτική για την διακυβέρνηση ΑΚΕΛ, και από την άλλη να πει τις δικές του προτάσεις. Περιορίστηκε κυρίως στο να επαναλαμβάνει τις γενεσιουργές αιτίες της κρίσης σε μια προσπάθεια να αμβλύνει τις ευθύνες του Δ. Χριστόφια και στη συνέχεια έκανε ένα κβαντικό άλμα και από τις αιτίες απαιτούσε να μιλήσει για το μέλλον δίχως να θέλει να αναφερθεί στο πρόσφατο παρελθόν και τη διαχείριση από την παρούσα κυβέρνηση. Αυτό ήταν ένα τεράστιο βαρίδιο το οποίο αφαιρούσε από την αξιοπιστία του υποψηφίου και τον δυσκόλευε επικοινωνιακά.
Όσο αφορά στην ουσία των επιχειρημάτων, κρίνω πως στον περιορισμένο χρόνο που είχαν οι τρεις υποψήφιοι επιχείρησαν τηλεγραφικά να περάσουν συγκεκριμένα μηνύματα προς τους τηλεθεατές. Ο Νίκος Αναστασιάδης αναδείχτηκε ο καλύτερος και σ’ αυτό. Το γεγονός του ότι έχει την πιο ρεαλιστική αντίληψη αναφορικά με το τι έχει συμβεί μέχρι σήμερα φάνηκε. Γνώριζε τι έγινε, σε τι έχουμε ήδη δεσμευτεί και τι προτίθεται ο ίδιος να κάνει εφόσον αναλάβει. Δεν υπέπεσε ούτε σε λαϊκισμούς ούτε σε αντιφάσεις αλλά η τηλεγραφική αναφορά των θέσεών του δεν επέτρεψε στους τηλεθεατές να συγκρατήσουν το στίγμα των οικονομικών του θέσεων.
Ο Σταύρος Μαλάς από την άλλη ενώ φαινόταν να είναι διαβασμένος και διψούσε να βγάλει προς τα έξω τις ιδέες του τελικά μπόρεσε να τις πει μόνο ακροθιγώς. Ήταν εμφανής η ακελική επικυριαρχία πάνω στις θέσεις του πράμα που τον άφησε να παλεύει από τη μια με τη δική του αυτόνομη ατζέντα και από την άλλη με το άγχος μήπως αναφέρει κάτι το οποίο θα θίξει τα στελέχη της Εζεκία Παπαϊωάννου. Αλλά δεσμεύτηκε ξεκάθαρα στην υπογραφή του μνημονίου ως «το πρώτο και το τελευταίο» όπως ανάφερε χαρακτηριστικά, ενώ έδωσε έμφαση στην επένδυση σε νέους τομείς ανάπτυξης όπως την έρευνα.
 
Χειρότερος από άποψη ουσίας ήταν θεωρώ ο Γιώργος Λιλλήκας. Η εμμονή του στην πρότασή του για το φυσικό αέριο έπασχε από έλλειψη πειστικών επιχειρημάτων και κατέληξε να διακωμωδείται ακόμη και από τους δημοσιογράφους. Μάλιστα κάτω από την πίεση αναγκάστηκε να αποκαλύψει ότι η όλη ιδέα του στηρίζεται στα αποτελέσματα μιας έρευνας που θα πρέπει να προηγηθεί! Το «αγοραστές υπάρχουν» παράπεμψε στο «λεφτά υπάρχουν» και δημιούργησε νέους αρνητικούς συνειρμούς. Η εμμονή του σε συνδυασμό με τη μεγαλοστομία ότι θα απαλλάξει τη χώρα από το μνημόνιο εντός του 2013 δεν άφησε καμιά αμφιβολία ότι ο ανεξάρτητος υποψήφιος βρίσκεται σε κατάσταση πανικού. Το κυριότερο όμως είναι πως με έκανε να πιστέψω ότι ο στόχος του δεν είναι η εκλογή αλλά η κεφαλαιοποίηση του μεγαλύτερου δυνατού ποσοστού. Δύσκολα πείθεται κανείς ότι ένας υποψήφιος που πιστεύει ότι υπάρχουν έστω και ελάχιστες πιθανότητες για την εκλογή του, ότι θα έλεγε δημόσια τέτοια μεγάλα προεκλογικά ψέματα.

Από καταδιωκόμενοι, συν-πρωταγωνιστές!

Ο όρος «σύνδρομο καταδίωξης» χρησιμοποιείται στην ψυχολογία για να περιγράψει την περίπτωση εκείνου του ατόμου που παρανοεί και χωρίς λόγο αναπτύσσει την πεποίθηση ότι οι άλλοι φέρονται κακόβουλα, θέλουν το κακό του, ότι το παρακολουθούν, μηχανορραφούν εναντίον του κλπ. Πέρα από το ατομικό επίπεδο όμως, σύνδρομα καταδίωξης μπορούν να αναπτυχθούν και σε συλλογικό επίπεδο. Όταν δηλαδή σε επίπεδο συλλογικής αντίληψης κυριαρχούν οι ίδιες αδικαιολόγητες αντιλήψεις.

Οι συνέπειες του συνδρόμου είναι ότι όσοι υποφέρουν από αυτό οδηγούνται συχνά στην απομόνωση εφόσον βρίσκονται συνεχώς σε μια αγχωτική κατάσταση όπου προσπαθούν να μαντέψουν την επόμενη αρνητική εξέλιξη και τις «σκέψεις» αυτών που απεργάζονται το κακό τους. Έτσι τα συναισθήματα που κυριαρχούν είναι αισθήματα θυμού, φόβου, καχυποψίας και σε ορισμένες περιπτώσεις οργής ή μελαγχολίας.

Στην Κύπρο, κυρίως εξαιτίας του κυπριακού αλλά και της αδυναμίας μας για αυτοκριτική πολλές φορές επιλέξαμε ομαδικά να περικλειστούμε στο καβούκι μας αναπτύσσοντας συλλογικά σύνδρομα καταδίωξης. Κατά καιρούς αντιμετωπίσαμε με φόβο και με προκατάληψη τους ευρωπαίους, τους διεθνείς οργανισμούς, τον δυτικό κόσμο, ολόκληρο το διεθνές πολιτικό σύστημα. Η αντίληψη του είμαστε μικροί αδύναμοι και μονίμως αδικημένοι κυριάρχησε στις πολιτικές αναλύσεις των δημοσιογράφων μας, των πολιτικών μας, εμάς των ίδιων των πολιτών.

Το σύνδρομο αυτό τρεφόταν συστηματικά και διαχρονικά από το άλυτο κυπριακό αλλά και από την φοβική εξουσία του ΑΚΕΛ η οποία ποτέ δε μπόρεσε να απαλλαγεί από τα ιδεολογικά σύνδρομα καταδίωξης. Πεποιθήσεις τις οποίες καλλιεργεί και ως μέρος μιας κομματικής προπαγάνδας για να δικαιώσει πολιτικές, λάθη και παραλείψεις της.

Είναι όμως όντως έτσι τα πράγματα; Είμαστε όντως οι μικροί και αδικημένοι; Ή μήπως τελικά κάποιοι προτιμούν να παίρνουν ως δεδομένο ότι έχουν πετύχει εξωστρεφείς ηγέτες της χώρας μας και την ίδια στιγμή να καλύπτουν πίσω από τη μιζέρια τους τις δικές τους αποτυχίες;

Με μια γρήγορη ματιά στην πρόσφατη ιστορία κάποιος μπορεί σχετικά εύκολα να εντοπίσει μεγάλες επιτυχίες στην εξωτερική μας πολιτική κάθε φορά που ηγείτο της χώρας ένας ηγέτης με χαρακτηριστικά εξωστρέφειας αλλά και διπλωματικές ήττες κάθε φορά που στο πηδάλιο βρισκόταν κάποιος με φοβικά σύνδρομα.

Για να παραθέσω ορισμένα παραδείγματα. Ο Γιώργος Βασιλείου πέτυχε με την εξωστρέφεια και με το επιχειρηματικό δαιμόνιο που τον διέκρινε να αναπτύξει τους δεσμούς της χώρας με τις γειτονικές χώρες θέτοντας γερές βάσεις στην ευρω-μεσογειακή συνεργασία με επίκεντρο την Κύπρο. Την ίδια στιγμή ήταν σε θέση να αντιληφθεί τη δυτική προοπτική της χώρας και παρόλο που το ΑΚΕΛ διαφωνούσε τότε ανοικτά με την προοπτική ένταξης, εντούτοις, έθεσε τις βάσεις έναρξης των διαπραγματεύσεων για την ένταξή μας στην Ε.Ε. Ο Γλαύκος Κληρίδης στη συνέχεια με διπλωματική μαεστρία και ισχυρές συνεργασίες πέτυχε να ανατρέψει όλη την τουρκική προπαγάνδα υπέρ του. Έτσι το casus belli της Τουρκίας στράφηκε μπούμεραγκ εναντίον της εφόσον ο ευφυής Κληρίδης το μετέτρεψε σε πολιτικό του όπλο του. Γύρισε όλη την Ευρώπη και τους εξήγησε ότι η Κύπρος δε μπορεί να είναι όμηρος της Τουρκίας, αλλά ούτε και η ίδια η Ευρώπη. Η Κύπρος εντάχθηκε πανηγυρικά στην Ε.Ε. Στη συνέχεια ο Τάσσος Παπαδόπουλος αντιλαμβανόμενος τη δυσαρέσκεια των ευρωπαίων εταίρων του από τις πολιτικές εξελίξεις στο εθνικό, έδωσε όλο του το βάρος του στην οικονομία και θωράκισε την Κύπρο με την ένταξή μας στη ζώνη του ευρώ. Ο Δ. Χριστόφιας από την άλλη, ακολούθησε μια αλλοπρόσαλλη πολιτική δίχως στρατηγικές προτεραιότητας. Τα αποτελέσματα της δικιάς του θητείας ήταν το Μαρί, το διεθνές ρεζίλεμα, τα καραγκιοζιλίκια του τύπου απέχω από τα 20χρόνα για τη πτώση του Τείχους του Βερολίνου, το δημόσιο ρεζίλεμα στην έναρξη και λήξη της κυπριακής προεδρίας, οι δημόσιες του δηλώσεις έξω από κάθε διάσταση αλληλεγγύης και συνεργασίας με τους ευρωπαίους και φυσικά ο ενταφιασμός του κυπριακού και η απόλυτη αδιαφορία της διεθνούς κοινότητας για το ζήτημα.

Όμως, στις 17 του Φεβράρη καλούμαστε στις κάλπες για να αναδείξουμε τον 7ο κατά σειρά Πρόεδρο της Κυπριακής Δημοκρατίας. Ο κάθε πολίτης ανεξαρτήτως οικονομικής ή κοινωνικής κατάστασης, κατέχει από μια ψήφο, και μπορεί ισότιμα να καθορίσει δια μέσου της ψήφου του το μέλλον της πατρίδας μας. Η επιλογή του προσώπου που θα βρίσκεται στο πηδάλιο της χώρας είναι κρίσιμης σημασίας για τις επιλογές που θα γίνουν, για την εικόνα που θα έχει η χώρα μας στο εξωτερικό, για τις πολιτικές που θα εφαρμοστούν, για την έξοδο μας από την κρίση και για το μέλλον των επόμενων γενιών.

Προσωπικά, προτιμώ και εμπιστεύομαι την πολιτική εμπειρία του Νίκου Αναστασιάδη από την απειρία του Σταύρου Μαλά. Προτιμώ τη σοβαρότητα του Νίκου Αναστασιάδη από τη δημαγωγία του Γιώργου Λιλλήκα. Επιθυμώ να απαλλαγεί ο λαός μας από σύνδρομα καταδίωξης και να νιώσει ξανά ισχυρός και περήφανος συν-πρωταγωνιστής. Για αυτό είναι που ψηφίζω με απόλυτη αίσθηση ευθύνης τον Νίκο Αναστασιάδη.

Δήλωση για την πολιτική εμφάνιση στην Κύπρο βουλευτών της Χρυσής Αυγής


Δήλωση της Επιτρόπου Ισότητας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων Δημοκρατικού Συναγερμού κας Ξένιας Κωνσταντίνου
Ως Δημοκρατικός Συναγερμός καταδικάζουμε έντονα την πολιτική εμφάνιση στην Κύπρο βουλευτών της Χρυσής Αυγής. Καλούμε τους συμπολίτες μας να στρέψουν την πλάτη σε κινήματα τα οποία εκθειάζουν τα φασιστικά και ανελεύθερα καθεστώτα τα οποία αιματοκύλισαν στο πρόσφατο παρελθόν ολόκληρη την Ευρώπη και τα οποία απροκάλυπτα υποσκάπτουν τις δημοκρατικές αρχές.
Οφείλουμε δε να επισημάνουμε ότι, σε περίοδο γενικευμένης οικονομικής κρίσης και απόγνωσης είναι συχνό φαινόμενο να κάνουν την εμφάνισή τους ακροδεξιά φασιστικά κινήματα. Τα κινήματα αυτά με επικάλυψη την φιλανθρωπία, με εργαλείο τους τα εύηχα συνθήματα και καπηλευόμενα τους εθνικούς αγώνες επιχειρούν να εξασφαλίσουν πολιτική δύναμη και επιρροή προωθώντας τον ρατσισμό, τη βία και την καταστρατήγηση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.
Η διάχυση του ακροδεξιού λόγου καλλιεργεί ένα κλίμα αποδοχής αυταρχικών πολιτικών επιλογών, οι οποίες το μόνο που μπορεί να κάνουν είναι να επιδεινώσουν την ήδη δυσχερή πολιτικοοικονομική κατάσταση του τόπου μας. Ευθύνη κάθε δημοκρατικού πολίτη και οργανωμένου συνόλου είναι να σταθεί κριτικά απέναντί τους  και να τους κατατάξει στο περιθώριο. Ο μόνος τρόπος για να διασφαλίσουμε την όσο το δυνατόν πιο γρήγορη επαναφορά της οικονομίας μας σε ρυθμούς ανάπτυξης είναι με τη διατήρηση και ενίσχυση της δημοκρατικής μας κουλτούρας, της διαφάνειας και του κράτους δικαίου. Η όποια μορφή βίας και ο ρατσιστικός λόγος είναι καταδικαστέα.
Αυτό το οποίο πρέπει να γίνει καθολικά αντιληπτό είναι πως η επικύρωση ακραίων κινημάτων όχι μόνο δεν προσφέρει την όποια λύση στα προβλήματα που αντιμετωπίζει η κοινωνία και οι συμπολίτες μας σήμερα, αλλά αντίθετα τα διευρύνει εφόσον οδηγεί την κοινωνία σε τάσεις μισαλλοδοξίας, εσωστρέφειας και διχασμού. Η απάντηση στην εκλαμβανόμενη ως κρίση της δημοκρατίας είναι μόνο μία:Υπεύθυνος αγώνας για περισσότερη και καλύτερη δημοκρατία, βασισμένη στα ανθρώπινα δικαιώματα, η βάση των οποίων είναι ο σεβασμός της ανθρώπινης ζωής και αξιοπρέπειας. 
31 Δεκεμβρίου 2012
Scroll to top