Month: May 2013

Πρόταση για γέλια ή για κλάματα

Η πρόταση του ΑΚΕΛ για έξοδο από το μνημόνιο συνοψίζεται στα εξής:

  •  Έξοδος από το ευρώ (Χωρίς να μπορούν να εγγυηθούν ότι μια τέτοια επιλογή δε θα συνεπάγεται και έξοδο από την Ε.Ε. )
  •  Επιστροφή σε εγχώριο νόμισμα
  •  Στάση πληρωμών σε σχέση με τους εξωτερικούς δανειστές
Αρχικά αξίζει να σχολιαστεί η εμφανής  προχειρότητα με την οποία ετοιμάστηκε η πρόταση, πράγμα που φανερώνει έλλειψη σοβαρότητας αλλά και σεβασμού, τόσο προς τους πολίτες, όσο και προς το ίδιο το πολιτικό σύστημα. Είναι πιστεύω αυτονόητο πως κάθε πολιτική πρόταση, ειδικά δε όταν κατατίθεται επίσημα στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας και στα πολιτικά κόμματα, ότι οφείλει, το περιεχόμενο και η εικόνα της να ανταποκρίνονται στο επίπεδο πολιτικού πολιτισμού που προσδοκούμε να έχουμε.
Το να καταθέτεις μια ανυπόγραφη πρόταση γεμάτη με επαναλήψεις, αντιφάσεις και αυτούσιες αντιγραφές από άλλες πηγές δίχως αναφορές είναι επιεικώς απαράδεκτο. Μια σοβαρή πολιτική πρόταση θα είχε τουλάχιστον αρχή, μέση και τέλος και θα επιχειρούσε να πείσει με ισχυρά επιχειρήματα γιατί η δεδομένη εισήγηση είναι δυνητικά καλύτερη από την εφαρμογή του μνημονίου.
Αντί του πιο πάνω, η πρόταση του ΑΚΕΛ αδυνατεί να δώσει ολοκληρωμένη εισήγηση ακόμη και στη βασική του πρόταση, δηλαδή, με ποιο τρόπο επιτυγχάνεται η έξοδος από το ευρώ, τη στιγμή ειδικά, που αυτό αποτελεί μέρος της Συνθήκης Προσχώρησης της Κύπρου μέσα στην Ε.Ε.. Στην καλύτερη περίπτωση το ΑΚΕΛ εισηγείται αυτό να γίνει μετά από διαπραγμάτευση με τους ευρωπαίους εταίρους. Εισηγούνται με άλλα λόγια ένα άλλο μνημόνιο;
Η πρόταση δεν ξεκαθαρίζει επίσης με ποιο τρόπο θα καταστεί εφικτή η αποπληρωμή του εξωτερικού δημόσιου χρέους, γι’ αυτό και οι συντάκτες της πρότασης τείνουν να υποστηρίξουν στάση πληρωμών. Για την ακρίβεια, ομολογούν ότι το εξωτερικό χρέος θα είναι ανέφικτο να αποπληρωθεί και για τούτο εισηγούνται τη στάση πληρωμών του εξωτερικού χρέους. Αλλά δεν προτείνεται κανένα πλάνο για την αντιμετώπιση της πλήρους απώλειας κάθε ίχνους  φερεγγυότητας από μέρους της κυπριακής οικονομίας.
Το μόνο που είναι ξεκάθαρο από την πρόταση είναι πως οι συντάκτες δεν ανησυχούν για την κατάρρευση του τραπεζικού συστήματος επειδή οι ίδιοι θεωρούν ότι «το ισχυρό πλήγμα που θα δεχθεί το τραπεζικό σύστημα και η συρρίκνωση της οικονομίας από την έξοδο από το ευρώ έχει ήδη συντελεστεί».
Είναι πάντως ενδιαφέρον ότι μέσα στην ίδια την πρόταση, αναφέρεται ότι «μια ενδεχόμενη έξοδος της Κύπρου από το ευρώ θα πρέπει να συνυπολογίσει και πιθανή αντίδραση της Τουρκίας, σε σχέση με το φυσικό αέριο της Κύπρου.» (σελ.4). Ενώ λίγο πιο κάτω, αναφέρεται ότι με την εφαρμογή των εισηγήσεων που η πρόταση υποστηρίζει η Κύπρος θα είναι: «μια χώρα εκτός αγορών με δημόσιο χρέος που αδυνατεί εκ των πραγμάτων να εξυπηρετήσει. Ο βαθμός της υποτίμησης ενός νομίσματος είναι απρόβλεπτος και διαφέρει μεταξύ οικονομιών. Είναι πρακτικά αδύνατο να προβλεφθεί επακριβώς κυρίως διότι εξαρτάται από τις συγκεκριμένες συνθήκες εξόδου της χώρας … η ιστορική εμπειρία δεικνύει ότι ο πληθωρισμός τείνει να αυξηθεί σε οικονομίες με πτώση της συναλλαγματικής ισοτιμίας» (σελ.8). !
Εν τούτοις, παρ’ όλες τις τραγικές διαπιστώσεις, οι συντάκτες της πρότασης δεν παραλείπουν να κάνουν αναφορά σε περισπούδαστες εισηγήσεις για άλλα εξίσου σημαντικά ζητήματα όπως …. τις μηχανές αποδοχής κερμάτων με εισηγήσεις του τύπου, «τα νέα νομίσματα να έχουν το ίδιο μέγεθος με τα κέρματα του ευρώ» (σελ.58). Αλλά και πιο σουρεαλιστικές εισηγήσεις κάτω από την ενότητα «Τοποθέτηση εγχώριου νομίσματος» (σελ. 57), όπου προκρίνεται ως καλύτερη επιλογή «να λειτουργήσει η οικονομία χωρίς μετρητά μέχρι να ετοιμαστούν τα νέα νομίσματα», λύση που οι μυστήριοι συντάκτες προκρίνουν ως την «λιγότερο προβληματική από ότι εκ πρώτης όψεως φαίνεται, αφού η συντριπτική πλειοψηφία των συναλλαγών ούτως ή άλλως γίνεται χωρίς μετρητά»!

Η πρόταση κλείνει με το κεφάλαιο «Ενέργεια» στο οποίο οι συντάκτες -θέλοντας προφανώς να κλείσουν το πόνημά τους με μια νότα αισιοδοξίας-, αναφέρουν ότι τα έσοδα από την εξόρυξη μέχρι το 2025 θα φτάσουν τα 5.3 δις! Κάπου εδώ η φράση “ζήσε Μάη μου να φας τριφύλλι” αποκτά καινούργιο νόημα ενώ το «πρόταση για γέλια ή για κλάματα» είναι το ελάχιστο που μπορεί να ισχυριστεί κανείς.

Πίσω ή μπροστά ολοταχώς;

Γίνεται τελευταία πολύς λόγος για την ανάγκη επιστροφής στα «παραδοσιακά» επαγγέλματα, στη γεωργία, στη κτηνοτροφία, στις παραδοσιακές τέχνες κλπ. Οι  εκφραστές των απόψεων αυτών μπορούν να φέρουν επιχειρήματα για να υποστηρίξουν με ειλικρίνεια την πιο πάνω θέση. Λένε για παράδειγμα ότι «παρά ένας νέος να μένει άνεργος είναι καλύτερα να επιδοθεί στην καλλιέργεια πατατών». Ισχυρίζονται δε ότι εξαιτίας της σημερινής κρίσης αρκετός κόσμος είναι διατεθειμένος να κάνει οποιαδήποτε δουλειά για να ζήσει επειδή το έχει ανάγκη. Προσθέτουν και επιτυχημένα παραδείγματα τέτοιας στροφής προς την αγροτική ζωή από το εξωτερικό.  Όπως στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης όπου οι καλλιέργειες που αρχικά προορίζονταν για σκοπούς έρευνας από τη γεωπονική σχολή, μετατράπηκαν σε αγροτική παραγωγή που «τάιζε κόσμο».

Όμως παρά τα πιο πάνω, έχω την εντύπωση ότι η ευφορία που προκαλούν σε ένα ακροατήριο τέτοιου είδους αναφορές και εισηγήσεις οφείλονται μάλλον στο γεγονός του ότι θεωρούμε πως αυτή η προοπτική αφορά σίγουρα κάποιους άλλους και όχι εμάς τους ίδιους και τα παιδιά μας. Ότι γεωργοί και κτηνοτρόφοι θα γίνουν τα παιδιά του γείτονα και όχι τα δικά μας. Το γιατί προκύπτει αυτή η αντίφαση έχει να κάνει με τον προβληματικό τρόπο  που φανταζόμαστε τη λύση των προβλημάτων μας: τη φανταζόμαστε ως αντίδραση και επιστροφή προς τα πίσω και όχι ως μια πρόταση που θα μας οδηγήσει μπροστά.

Ακόμα και αν δεχτούμε ότι η αγροτική παραγωγή αποτελεί μια διέξοδο για την οικονομία μας ας καταλάβουμε ότι δεν μπορούμε να επιστρέψουμε στο ’60 για να αντιμετωπίσουμε τις προκλήσεις του 2013. Με τέτοια νοοτροπία όχι μόνο δεν θα μπορέσουμε να ανταγωνιστούμε οποιοδήποτε άλλο κράτος στην εξαγωγή γεωργικών προϊόντων, αλλά ούτε και προϊόντα για τοπική χρήση δεν θα μπορέσουμε να παράγουμε. Ο μόνος τρόπος για να είναι βιώσιμη η τοπική αγροτική παραγωγή και ανταγωνιστικά τα προϊόντα της είναι μέσω καινοτομιών όπως π.χ. τη στροφή προς βιολογικές καλλιέργειες, είτε, με έμφαση σε πολύ ειδικές καλλιέργειες και με την σύναψη συνεργασιών με μεγάλες βιομηχανίες. Π.χ. εταιρείες κατασκευής παιδικών βιολογικών τροφών κλπ. Αλλά και πάλι η συνεισφορά στο ΑΕΠ θα είναι πολύ μικρή λόγω μεγέθους.

Η ιδέα του «νέος αγρότης επιστρέφει χωρίς σχέδιο στις ασχολίες των προγόνων του» δεν είναι το μόνο που κινδυνεύει να πεθάνει πριν γεννηθεί από τη νόσο του οπισθοδρομισμού. Παρόμοια μπορεί να ισχύσουν και για  τον τουρισμό. Έχουμε ναι μεν όλα τα φόντα για να είμαστε τουριστικός παράδεισος. Όμως, θέλουμε να μετατρέψουμε την Κύπρο σε ένα τεράστιο φτηνό  ξενοδοχείο όπου οι καμαριέρες, οι μάγειρες και τα γκαρσόνια θα είναι αντί «ξένοι» Κύπριοι; Μάλλον όχι, αλλά ακόμη κι αν ήταν έτσι στην τουριστική βιομηχανία θα μπορούσε να  απορροφηθεί ένα μικρό ποσοστό του εργατικού δυναμικού για όσο αυτή διαρκεί, δηλαδή, 5-6 μήνες.

Καταληκτικά, θεωρώ ότι η παραδοσιακή γεωργία έκλεισε τον κύκλο της στην Κύπρο και ο μόνος τρόπος να αποτελέσει επιλογή για την σύγχρονη εποχή είναι μέσω της ριζικής αναδιαμόρφωσης της έννοιας της. Η δε τουριστική βιομηχανία παραμένει ένα σταθερό χαρτί το οποίο μπορεί με την κατάλληλη αξιοποίηση να μας προσφέρει σημαντική εισροή συναλλάγματος. Όμως η πίστη ότι η «επιστροφή» στους παλιούς καλούς κλάδους της κυπριακής οικονομίας θα μας βγάλει από τα σημερινά αδιέξοδο είναι απλά αβάσιμη.

Ο μόνος τρόπος πλέον για να πάμε μπροστά είναι με το να τρέξουμε να προλάβουμε το τρένο της αλλαγής. Να εξορθολογήσουμε τα δημοσιονομικά μας από τη μια και από την άλλη, να επενδύσουμε στην επιχειρηματικότητα, στην τριτοβάθμια ιδιωτική εκπαίδευση, στην IT τεχνολογία, στην εξειδικευμένη ιατρική κλπ. Μόνο έτσι μπορούμε να οικοδομήσουμε την μετά την κρίση Κύπρο που να έχει τα φόντα να διατηρήσει και να αξιοποιήσει τη σημερινή «χαμένη γενιά» νέων επιστημόνων της.
 

Εισηγήσεις για «συγκράτηση» της νέας γενιάς*

Οι οικονομικές κρίσεις δεν ενέχουν ποτέ το στοιχείο της δικαιοσύνης. Το μεγαλύτερο τίμημα το πληρώνουν πάντοτε οι πιο ευάλωτες ομάδες πληθυσμού και οι νέοι. Στην Κύπρο του 2013  η γενιά του ’90 βρίσκεται σε εξαιρετικά δύσκολη θέση επειδή κατά γενική ομολογία -αν και στη συντριπτική τους πλειοψηφία απόφοιτοι πανεπιστημίου- εν τούτοις, είναι οι τελευταίοι που θα προσληφθούν και οι πρώτοι που θα απολυθούν.

Οι πιθανότητες για ένα νεαρό άνεργο άτομο να βρει εργασία είναι λίγες. Μόνο το 29,7 % των ατόμων ηλικίας 15-24 ετών που ήταν άνεργα το 2010 βρήκαν εργασία το 2011, πτώση σχεδόν κατά 10 % εντός των τελευταίων τριών ετών.

Τι μπορεί να γίνει;

Αρχικά οφείλουμε να αναζητήσουμε λύσεις οι οποίες να είναι οικονομικά βιώσιμες αλλά και προσαρμοσμένες στις ανάγκες των νέων και της σημερινής αγοράς. Για να καταλήξουμε όμως σε εποικοδομητικές προτάσεις χρειάζεται πρώτα να εντοπίσουμε τις κύριες αδυναμίες που έχουν σήμερα οι νέοι και οι απόφοιτοι μας.

Αυτές κατά την άποψη μου είναι.

1.      Η περιορισμένη έως και μηδενική εργασιακή εμπειρία των αποφοίτων μας.

2.      Η νησιώτικη κουλτούρα της περίκλειστης κοινωνίας/οικονομίας γεγονός που έχει αποτρέψει σε μεγάλο βαθμό την ανάπτυξη της κινητικότητας κατά τις σπουδές και κατά την επαγγελματική καριέρα.

3.      Η σε μεγάλο βαθμό αποκλειστική ανάπτυξη «πανεπιστημιακών δεξιοτήτων» (βλ. βιογραφικά με εξαίρετους βαθμούς) και η περιορισμένη ανάπτυξη «δεξιοτήτων ζωής» (βλ. περιορισμένες δυνατότητες επικοινωνίας, επίλυσης προβλημάτων, εργασία εντός χρονοδιαγραμμάτων, επίλυση διαφορών, διαπολιτισμικές δεξιότητες κλπ)

Το ερώτημα που παραμένει είναι πώς η «γενιά της κρίσης» θα μπορέσει να καλύψει με τρόπο παραγωγικό για την ίδια -έστω και εκτός αγοράς εργασίας- το χαμένο έδαφος ούτως ώστε μόλις η οικονομία αρχίσει να ανακάμπτει η καλύτερη παρτίδα νέων κυπρίων επιστημόνων να είναι έτοιμη να ριχθεί στη μάχη της ανάπτυξης;

Εάν οι νέοι μας και ειδικά οι απόφοιτοι των πανεπιστημίων «χάσουν» ακόμη μια πενταετία έως ότου ορθοποδήσει η οικονομία αυτό θα σημαίνει ένα ακόμη ισχυρό πλήγμα για την οικονομία του τόπου. Όπως επίσης εξίσου σημαντικός στόχος είναι να συγκρατήσουμε την εκροή των νέων επιστημόνων από το ενδεχόμενο μόνιμης φυγής στο εξωτερικό.

Για να πετύχουμε τα πιο πάνω θεωρώ ότι άμεσα θα πρέπει να κινηθούμε πάνω σε τρεις άξονες.

·         Διάδοση και εφαρμογή από κυπριακούς φορείς του θεσμού της πρακτικής εξάσκησης (internships).

·         Προώθηση και ενίσχυση της κινητικότητας

·         Προώθηση και αναγνώριση της μη τυπικής εκπαίδευσης

Για την εφαρμογή του πρώτου πρέπει να δοθούν κίνητρα από κυβέρνηση, ΚΕΒΕ και ΟΕΒ προς οργανισμούς, επιχειρήσεις και οργανώσεις για αποδοχή αποφοίτων και τελειόφοιτων φοιτητών για 6μηνη πρακτική εξάσκηση. Η πρακτική εξάσκηση, ιδιαίτερα εφόσον εφαρμοστεί εντός ενός πλαισίου που να διασφαλίζει ποιότητα για εξασκούμενο και για ανάδοχο, θα παρέχει αμοιβαίο όφελος. Ο μεν ασκούμενος θα κερδίζει σημαντική εργασιακή εμπειρία και δεξιότητες ενώ ο μεν ανάδοχος θα έχει τη δυνατότητα να αξιοποιήσει νέους επιστήμονες για συγκεκριμένα καθήκοντα τα οποία μπορούν να είναι αναπτυξιακά για τον ίδιο τον οργανισμό. Όπως για παράδειγμα, την ετοιμασία μιας αίτησης για χρηματοδότηση από ανταγωνιστικά προγράμματα.

Για την ενίσχυση της κινητικότητας, χρειάζεται μέσα από υφιστάμενα δίκτυα να γίνει μεγαλύτερη προώθηση της ευρωπαϊκής πύλης EURES μέσο της οποίας γίνεται αντιστοίχιση θέσεων εργασίας και τοποθέτησης σε πανευρωπαϊκό επίπεδο.

Ενώ τέλος για την προώθηση και αναγνώριση της μη τυπικής εκπαίδευσης, ιδιαίτερη ευθύνη έχει το Υπουργείο Παιδείας και οι μη κυβερνητικές οργανώσεις για να αναπτύξουν προγράμματα προσβάσιμα από όλους τα οποία να τυγχάνουν αναγνώρισης σε εθνικό επίπεδο.

Καταληκτικά, η κρίση φέρνει ανεργία, μιζέρια και ματαιότητα. Αν παραμείνουμε μόνο σ’ αυτά η κρίση θα διαρκέσει ακόμη περισσότερο. Αν όμως από την άλλη βρούμε τη δύναμη ως άτομα και ως κοινωνία να αξιοποιήσουμε στο μέγιστο δυνατό βαθμό τον «χαμένο χρόνο» η κρίση θα ξεπεραστεί πιο σύντομα.
 
Scroll to top