Month: July 2013

Πανεπιστήμια υπό ομηρία

Την περασμένη Πέμπτη τα δημόσια Πανεπιστήμια δέχτηκαν ένα ισχυρό πλήγμα στην αυτονομία τους. Οι αποφάσεις της Βουλής στο πλαίσιο της έγκρισης των ετήσιων τους προϋπολογισμών και οι τροπολογίες που ψηφίστηκαν άφησαν τα Πανεπιστήμια κυριολεκτικά όμηρους της Επιτροπής Παιδείας της Βουλής.
Είναι βέβαια γεγονός ότι τα δύο μεγάλα δημόσια πανεπιστήμια τον τελευταίο ενάμιση χρόνο βρέθηκαν αρκετές φορές στο στόχαστρο επικρίσεων και αμφισβήτησης και όχι πάντοτε άδικα. Ειδικά το γεγονός ότι μέσα σ’ αυτές τις εξαιρετικά δύσκολες οικονομικές συνθήκες τα πανεπιστήμια είχαν αναγάγει τα ειδικά επιδόματα των ακαδημαϊκών σε μείζων ζήτημα για τη διατήρηση του επιπέδου αριστείας, οδήγησε την κοινή γνώμη όπως και την πλειοψηφία της βουλής να αντιμετωπίζουν με σχετική απαξίωση τις θέσεις του Πανεπιστημίου.
Τα επιδόματα αποτέλεσαν όμως απλά την αφορμή. Επειδή από ένα σημείο και μετά η απάντηση στο ερώτημα αν έπρεπε να καταργηθούν ή όχι ήταν πλέον αυτονόητη και καταφατική. Εν τούτοις, με πρόσχημα τη συζήτηση των επιδομάτων καθώς και άλλων επιμέρους θεμάτων που είχαν προκύψει, ορισμένα μέλη της Επιτροπής Παιδείας της Βουλής είδαν ότι αυτή θα ήταν η κατάλληλη ευκαιρία για να αλλάξουν δια πάντως τον χαρακτήρα και την αυτονομία των Πανεπιστημίων.
Για αυτό το λόγο προέβησαν σε ένα ανελέητο σταύρωμα άρθρων του προϋπολογισμού σε σημείο που διερωτάται κανείς αν σκέφτηκαν έστω πόσο χρόνο θα χρειαστούν για να «ελέγχουν» σε ειδικές τους συνεδρίες όλα τα αιτήματα για δαπάνες.
Μια σκέτη ανάγνωση των προτεινόμενων τροπολογιών είναι μάλλον αρκετή για να κατανοήσει κανείς ότι στόχος δεν ήταν οι εξοικονομήσεις και ο εξορθολογισμός. Ενδεικτικό παράδειγμα είναι ότι η Βουλή έφτασε στο σημείο να περάσει τροπολογία για να δεσμεύουν τις δαπάνες που αφορούν στην υλοποίηση ερευνητικών προγραμμάτων, δηλαδή έργων που χρηματοδοτεί η Ευρωπαϊκή Επιτροπή και το Ίδρυμα Προώθησης Έρευνας!
Φυσικά κανείς δε μπορεί να γνωρίζει αν τα όσα ψηφίστηκαν αποτελούν προϊόν εμπάθειας, έλλειψη πληροφόρησης, ή απάθειας, όμως το βέβαιο είναι ότι ψηφίστηκαν με προχειρότητα και ότι είχαν ως συνέπεια τον ακρωτηριασμό της αυτονομίας των Πανεπιστημίων.
Η συνέχεια είναι λίγο πολύ γνωστή. Τα Πανεπιστήμια αντέδρασαν, η ένταση κορυφώθηκε αλλά το αποτέλεσμα ουσιαστικά δεν μπορεί να αλλάξει. Η επόμενη μέρα βρίσκει τα πανεπιστήμια με πληγωμένο γόητρο, με περιορισμένη αυτονομία και κατ’ επέκταση δυνατότητα να επιτελέσουν το έργο τους προς την κοινωνία. Η καχυποψία είναι επίσης διάσπαρτη ανάμεσα σε πανεπιστημιακές διοικήσεις και πολιτικά κόμματα.
Συμφέρει όμως στον τόπο να επικρατεί αυτό το πολεμικό κλίμα ειδικά αυτή την περίοδο; Μπορεί να αντέξει η κοινωνία και η πανεπιστημιακή κοινότητα τις φραστικές αντεγκλήσεις και την ένταση; Τελικά εξυπηρετούμε την εθνική υπόθεση ανασυγκρότησης της οικονομίας μέσα από ένα τέτοιο μολυσμένο περιβάλλον;
Προσωπικά πιστεύω ότι οι πολιτικές ηγεσίες ΔΗΣΥ και ΔΗΚΟ έχουν την πολιτική ευθύνη να αναλάβουν μια γενναία πρωτοβουλία για να ξεκινήσει η νέα ακαδημαϊκή χρόνια μέσα σε ένα περιβάλλον συμφιλίωσης και ασφάλειας. Γι αυτό χρειάζεται από τη μια να πείσουν τα ίδια τα Πανεπιστήμια ότι δεν είναι οι διώκτες τους και από την άλλη, να εισέλθουν σε μια ουσιώδη διαβούλευση μαζί τους για τα ζητήματα εκσυγχρονισμού της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης με καλή πίστη. Αν αυτό δε συμβεί, ανησυχώ ότι η πόλωση που έχει δημιουργηθεί θα έχει αρνητικές επιπτώσεις όχι μόνο εντός πανεπιστημίων αλλά και στην κοινωνία και την οικονομία ευρύτερα.

Δημόσια Ραδιοτηλεόραση: Προκλήσεις και Επιλογές*

Το βίαιο και απότομο κλείσιμο της ΕΡΤ έδωσε την αφορμή για να ανοίξει και στην Κύπρο ο δημόσιος διάλογος για ζητήματα που άπτονται της δημόσιας ραδιοτηλεόρασης. Είναι ή δεν είναι απαραίτητη; Έχει η δημόσια ραδιοτηλεόραση κάποια ειδική αποστολή ή όχι; Αν ναι, την υπηρετεί; Πόσο πρέπει να πληρώνει ο πολίτης για τη δημόσια ραδιοτηλεόραση;
Προσωπικά υποστηρίζω πως κάθε δημοκρατική και ευνομούμενη πολιτεία έχει ευθύνη και υποχρέωση προς τους πολίτες και το πολίτευμα, να λειτουργεί μια ανεξάρτητη δημόσια ραδιοτηλεόραση. Μια ραδιοτηλεόραση που να προάγει το δημόσιο διάλογο, να ενισχύει την πολυφωνία, να εγγυάται την προβολή των διαφορετικών απόψεων και να διασφαλίζει ότι αυτό θα γίνεται με όρους ισότητας και χωρίς διακρίσεις.
Επιπλέον χρειάζεται να αναγνωρίσουμε ότι τα ΜΜΕ αποτελούν ένα από τα κύρια μέσα άτυπης εκπαίδευσης των πολιτών και δύσκολα θα μπορούσε κάποιος να αμφισβητήσει τον καθοριστικό ρόλο της τηλεόρασης στην διαμόρφωση αρχών και αντιλήψεων. Η δημόσια ραδιοτηλεόραση, δημιουργήθηκε με αποστολή να υπηρετεί τη δημοκρατία, τον πλουραλισμό και την πολυφωνία βρίσκοντας εφαρμογές στην ποιότητα της ειδησεογραφίας, στην επιλογή των προγραμμάτων και της θεματολογίας των εκπομπών.
Από την άλλη τα ιδιωτικά κανάλια ενώ κατά καιρούς παρουσιάζουν εξαιρετικά αξιόλογα προγράμματα και ειδησεογραφία, εν τούτοις, η επικέντρωση εστιάζεται κυρίως σε εκπομπές ψηλής τηλεθέασης όπως τηλεοπτικές σειρές, ριάλιτι, τηλεπαιχνίδια κλπ. Επιπλέον ένα από τα πιο ουσιώδη ζητήματα που δεν πρέπει να μας διαφεύγει, είναι η εξυπηρέτηση ιδιωτικών συμφερόντων καθώς και η ταύτιση με συγκεκριμένες θέσεις και απόψεις.
Κατά συνέπεια το ζήτημα που προκύπτει είναι πως διασφαλίζεις τη βιωσιμότητα της δημόσιας ραδιοτηλεόρασης, ιδιαίτερα μέσα σε δύσκολες οικονομικά συνθήκες.
Οι ορατές επιλογές που προβάλλουν για το κράτος είναι οι εξής:
1. Το κράτος να μην πληρώνει καθόλου δημόσια ραδιοτηλεόραση με το επιχείρημα ότι ο ελεύθερος ανταγωνισμός θα επιλύσει το πρόβλημα «εξαναγκάζοντας» τους ιδιώτες να προσφέρουν τα πάντα για να ικανοποιήσουν κάθε γούστο.
2. Το κράτος να χορηγεί σε αποκλειστικότητα τη δημόσια ραδιοτηλεόραση.
3. Το κράτος να χορηγεί τη δημόσια ραδιοτηλεόραση και παράλληλα να την «αναγκάζει» να εξασφαλίζει μέρος των εσόδων της και από ιδιωτικές πηγές για να μειώνεται το κόστος για τον φορολογούμενο.
Με την 1η επιλογή το κράτος παραδίδει όλα του τα δικαιώματα επί του δημόσιου αγαθού των ραδιοσυχνοτήτων στους ιδιώτες στους οποίους και επαφίεται το εύρος και η ποιότητα των προγραμμάτων. Μια τέτοια λύση θα μπορούσε ενδεχομένως να λειτουργήσει εκεί όπου υπάρχει ήδη μεγάλη γκάμα συμφερόντων και ιδιωτών και μεγάλος πληθυσμός για να εξαναγκάζει την προσφορά να διαμορφωθεί για όλα τα γούστα και ομάδες του πληθυσμού.
Η 2Η λύση δείχνει να διορθώνει την «προνομιακή» θέση την οποία συχνά κατηγορείται ότι κατέχει η δημόσια ραδιοτηλεόραση. Εν τούτοις η λύση αυτή δεν είναι συμφέρουσα για τον φορολογούμενο πολίτη – ειδικά αν εφαρμοστεί με το χαρακτήρα του «εδώ και τώρα»-ενώ θα υπάρχει και ο κίνδυνος της δίχως προγραμματισμό συρρίκνωση της δημόσιας ραδιοτηλεόρασης.
Προσωπικά βλέπω να εφαρμόζεται πιο αποδοτικά ένα μοντέλο που να στηρίζεται τόσο σε δημόσιους όσο και σε ιδιωτικούς πόρους στα πλαίσια ενός καλά σχεδιασμένου πλαισίου λειτουργίας. Ούτως ώστε, να διασφαλίζεται ότι το κράτος θα εξακολουθήσει να παρέχει το δημόσιο αυτό αγαθό στους πολίτες του επιβαρύνοντάς τους σε λογικά πλαίσια και δίχως να επιτρέπει η δημόσια ραδιοτηλεόραση να μετατρέπεται σε έρμαιο ιδιωτικών συμφερόντων.
Όμως όποιο μοντέλο και αν εφαρμοστεί για τη χρηματοδότησή της εκείνο που παραμένει ως κρίσιμο συστατικό για τη βιωσιμότητά της είναι η εσωτερική της εξυγίανση. Δηλαδή, η μείωση των σπαταλών , η εισαγωγή δεικτών αποδοτικότητας για τους υπαλλήλους, η επανεκτίμηση μισθών και ωφελημάτων, ειδικών συμβολαίων, η εισαγωγή κινήτρων, η κατάργηση της διπλοθεσίας κλπ..
Το πρόσφατο τραγικό παράδειγμα της ΕΡΤ μας συγκλόνισε όλους. Αυτό που μας δίδαξε όμως, είναι πως αν δεν επικρατήσει από νωρίς ρεαλισμός και διάθεση από πλευράς όλων για ουσιαστικές μεταρρυθμίσεις για το δημόσιο καλό, ίσως να μη βρισκόμαστε πολύ μακριά από ανάλογες καταστάσεις και όταν πλέον πέσει η αυλαία το σίγουρο είναι πως χάνουν όλοι άσχετα από το πόσο έφταιξε ο καθένας…
Scroll to top