Month: September 2013

Παιδεία και πολιτική λογοδοσία

Στις 31 Ιανουαρίου ήμουν παρούσα σ’ ένα κατάμεστο αμφιθέατρο στο Πανεπιστήμιο Κύπρου για την παρουσίαση των θέσεων για την εκπαιδευτική πολιτική του υποψήφιου τότε Προέδρου της Δημοκρατίας κ. Νίκου Αναστασιάδη. Η παρουσίαση κράτησε πολύ, ήταν πολύ καλά δομημένη, συνεκτική και υποστηριζόμενη από τη χρήση σύγχρονων μέσων. Από τον παλμό του ακροατηρίου συμπεραίνω ότι προκάλεσε θετικά συναισθήματα σε ένα κοινό το οποίο αποτελείτο από φοιτητές μέχρι ακαδημαϊκούς, εκπαιδευτικούς, συνδικαλιστές, επιχειρηματίες, άτομα από τις παρυφές της αριστεράς μέχρι τη λαϊκή δεξιά.

Η παρουσίαση των θέσεων για την εκπαιδευτική πολιτική επικεντρωνόταν σε πέντε βασικούς άξονες. Την ανάπτυξη, επιμόρφωση και ποιοτική αναβάθμιση του ανθρώπινου δυναμικού της εκπαίδευσης, τον εκσυγχρονισμό των διοικητικών δομών του εκπαιδευτικού συστήματος και των σχολικών μονάδων, την αναβάθμιση του περιεχομένου και της αποτελεσματικότητας  της εκπαίδευσης, τη στήριξη και ενίσχυση του κάθε εκπαιδευόμενου και αναγνώριση της διαφορετικότητας και τέλος, την ενίσχυση και αναβάθμιση της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης.

Η όλη παρουσίαση διαπνεόταν από σύγχρονο πνεύμα εκπαιδευτικής πολιτικής καθώς και μοντέρνας αντίληψης για τον ρόλο της εκπαίδευσης, τα βασικά της εργαλεία και στόχους. Η συγκρότηση της παρουσίασης προσάρμοζε τις ευρωπαϊκές οδηγίες στο εθνικό πλαίσιο και παράλληλα συνέδεε τις ανάγκες της κυπριακής παιδείας με ένα μακρόπνοο όραμα σχεδιασμού που απαντούσε στο βασικό ερώτημα «τι είδους παιδεία θέλουμε». Η παρουσίαση έδινε σαφή πολιτική κατεύθυνση για τη διασύνδεση της εκπαίδευσης με την οικονομία, για την αναβάθμιση της τεχνικής εκπαίδευσης, έδινε έμφαση σε δεξιότητες, τόνιζε την ανάγκη για αξιολογήσεις εκπαιδευτικών, κατάρτιση προσωπικού, έκανε αναφορές στη διεθνή ανταγωνιστικότητα αλλά και στον κοινωνικό ρόλο των Πανεπιστημίων κλπ. Στο ακριβές κείμενο μπορεί εύκολα να ανατρέξει κανείς ακόμη και σήμερα με μια απλή περιήγηση στην ιστοσελίδα anastasiades.com.cy

Ο υποψήφιος τότε και νυν ΠτΔ έκλεισε την παρουσίασή του απευθυνόμενος προς τους νέους που αποτελούσαν την συντριπτική πλειοψηφία του ακροατηρίου λέγοντάς τους, «Ξέρω καλά πως τα πολιτικά θεωρητικά λόγια σας κουράζουν. Θέλετε κάτι περισσότερο. Απαιτείτε κάτι περισσότερο. Σας καλώ σήμερα να ενώσουμε τις δυνάμεις μας. Να κάνουμε πράξη την  αλλαγή που έχει ανάγκη ο τόπος.  Να εργαστούμε μαζί για ένα καλύτερο αύριο. Το δικό σας αύριο».

Γιατί τα γράφω όλα αυτά;

Επειδή εδώ και μερικούς μήνες παρακολουθώ μια ασάφεια ως προς τον προσανατολισμό της παιδείας που εστιάζεται κυρίως στην αντίδραση προς πολιτικές της προηγούμενης κυβέρνησης αντί στην υλοποίηση του συνολικού οράματος της υφιστάμενης. Όμως, στον ευαίσθητο τομέα της παιδείας οι πολίτες απαιτούν κάτι περισσότερο από δημόσιες σκιαμαχίες μεταξύ Αρχιεπισκόπου και των φανταστικών έχθρων εξολόθρευσης των Ελλήνων της Κύπρου δια της κυπριακής διαλέκτου. Η κυπριακή διάλεκτος όπως και η κριτική και η ποντιακή και ένα σωρό άλλες αποτελούν γλωσσικό πλούτο. Προσθέτουν δεν αφαιρούν. Κατ’ ακρίβεια θεωρώ ότι επί της ουσίας μόνο ανασφαλείς άνθρωποι με συμπλέγματα εθνικής κατωτερότητας ανησυχούν ότι θα αφελληνιστούν από τη χρήση ή τη διδασκαλία της διαλέκτου. Είναι αστείο ακόμη και να το συζητάς. Όμως επιμένω ότι το ζήτημα είναι πολύ ευρύτερο και το ουσιαστικό είναι να γίνουν πράξη οι εξαγγελίες. 

Ο Υπουργός Παιδείας και Πολιτισμού έχει στα χέρια του ένα συγκεκριμένο και συγκροτημένο μανιφέστο εκπαιδευτικής πολιτικής στη βάση του οποίου εκλέγηκε η κυβέρνηση την οποία καλείται να υπηρετήσει και την πολιτική της οποίας οφείλει να εφαρμόσει. Η ευθύνη του και τα αποτελέσματα των πράξεών του ή μη θα αντικατοπτρίζονται στο μέλλον των νέων ανθρώπων. Όπως είχε πει ο Πρόεδρος Αναστασιάδης  «η επιτυχία μίας κοινωνίας κρίνεται πλέον από το αν η πολιτεία μπορεί να δώσει τα κατάλληλα κίνητρα, στάσεις και εφόδια γνώσης στους νέους ανθρώπους, στη βάση της στρατηγικής ανάπτυξης της οικονομίας, των αναγκών απασχόλησης αλλά και των δυνατοτήτων ολοκλήρωσης υγιών, σκεφτόμενων και ενεργών πολιτών

Μια πολιτεία κρίνεται όμως και από κάτι άλλο. Τη στάθμη της πολιτικής λογοδοσίας έναντι των πολιτών που την εκλέγουν για να χειριστεί τις τύχες τους. Γιατί για να προοδεύει μια κοινωνία οφείλει να είναι πρώτα κριτική έναντι των επιλογών της αλλά και έναντι αυτών που επέλεξε να την διοικούν. Οι νέοι άνθρωποι απαξιώνουν την πολιτική επειδή οι πολιτικοί τους έχουν συνηθίσει την επόμενη μέρα της εκλογής τους να επιλέγουν αντί για τις τομές, τις επαναλήψεις. Είναι ακόμη νωρίς για να καταλήξουμε σε συμπεράσματα. Ας εκληφθεί όμως το κείμενο ως μια θετική αφύπνιση για να γίνει πράξη η «αλλαγή που έχει ανάγκη ο τόπος…»  και ειδικά η παιδεία.

Η φλόγα του λαϊκισμού ήταν κόκκινη!


Από τις αρχές της εβδομάδας το ΑΚΕΛ ετοιμαζόταν για τη μεγάλη αντι-μνημονιακή του φιέστα καλώντας τον κόσμο σε μαζικές και δυναμικές κινητοποιήσεις έξω από τη βουλή την των αντιπροσώπων τη στιγμή που θα ψηφίζονταν τα σχετικά νομοσχέδια. Επί της ουσίας, είχαν ήδη πάρει ειλημμένη απόφαση να απορρίψουν τα μνημονιακά νομοσχέδια με πρόσχημα μια αόριστη επιχειρηματολογία για δήθεν προστασία του συνεργατισμού δίχως βεβαίως να έχουν κάτι άλλο διαφορετικό να προτείνουν πέρα από την ανακεφαλαιοποίηση των ιδρυμάτων από την εκταμίευση της επόμενης δόσης. Έτσι το ΑΚΕΛ θεώρησε ότι δημιούργησε το τέλειο σκηνικό όπου ανέξοδα και «ηρωικά» θα καταψήφιζαν τα νομοσχέδια στηριζόμενοι βεβαίως στον ότι ΔΗΣΥ και ΔΗΚΟ θα σχημάτιζαν πλειοψηφία.

Το σχέδιο ήταν άψογο και θα λειτουργούσε όντως υπέροχα με τη βασική προϋπόθεση ότι θα έχαναν στη ψηφοφορία. Αλλά κέρδισαν!

Οι απουσίες μεγάλου αριθμού βουλευτών στο εξωτερικό άλλαξαν τις πλειοψηφίες και το ΑΚΕΛ μαζί με την ΕΔΕΚ βρέθηκαν ξαφνικά αντιμέτωποι με τον ίδιο τους τον λαϊκισμό. Η εξέλιξη είναι λίγο έως πολύ γνωστή σε όλους. Ουσιαστικά έβαλαν την ουρά στα σκέλια και με πρόσχημα κάποιες αλλαγές στη διατύπωση έκαναν στροφή 180 μοιρών και επέστρεψαν πίσω στα έδρανα για να υπερψηφίσουν αυτό που μερικές ώρες πιο πριν είχαν καταψηφίσει. Η επόμενη μέρα τους βρήκε σε εξαιρετικά δύσκολη θέση και με το πολιτικό τους γόητρο στον πάτο. Τουλάχιστον όμως αποφύγαμε τα χειρότερα. Τουλάχιστον για αυτή τη φορά.

Η ροπή προς τον λαϊκισμό όμως είναι δεδομένη και μάλλον δε θα ήταν ρεαλιστικό να αναμένεις σε ένα πολιτικό σύστημα με τόσο χαμηλό επίπεδο και σχεδόν παντελή έλλειψη ιδεολογικής συγκρότησης να αυτοβελτιώνεται και να προοδεύει. Το ζητούμενο είναι αν η κοινωνία η ίδια ξυπνήσει και απαιτήσει περισσότερη σοβαρότητα και ευθύνη.

Αν το πρόσφατο γεγονός παρωδία ξεχαστεί μέσα σε μια νύχτα για χάρη μια νεφελώδους ενότητας τότε η επανάληψή του είναι δεδομένη. Ίσως να διαφέρουν απλά οι πρωταγωνιστές, η μέθοδος όμως παραμένει η ίδια. Αν από την άλλη η κοινωνία αρχίσει να αντιδρά στην κοροϊδία και στον εμπαιγμό, τότε ναι ίσως το «πολιτικό κόστος» να το επωμίζονται επιτέλους οι ανεύθυνοι και το «πολιτικό όφελος» οι συνεπείς και οι ρεαλιστές. Πάντως μέχρι στιγμής τις πλείστες τόσες φορές συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο.
Scroll to top