Month: December 2013

Νεανική ανεργία: Από τα συνθήματα στις πράξεις!

Όταν το 2009 οι εκπρόσωποι του Ευρωπαϊκού Φόρουμ Νεολαίας (Ε.Φ.Ν.) ζητούσαν ουσιαστικές παρεμβάσεις και μέτρα για την αναχαίτιση της νεανικής ανεργίας αντιμετωπίζονταν από τους εκπροσώπους των κυβερνήσεων με συμπάθεια μεν, αλλά, και με βιασύνη πράμα που υπέκρυπτε την γενική –τότε- αντίληψη ότι υπάρχουν πολύ πιο «ουσιαστικά» ζητήματα και προκλήσεις που πρέπει να αντιμετωπιστούν. 
Το 2010 όταν το Ε.Φ.Ν. υιοθέτησε ως κεντρικό του σύνθημα «Να μη χαθεί μια γενιά, εξαιτίας της κρίσης» ακούστηκε υπερβολικό και φορτισμένο.
Μέχρι το 2011 είχε διαπιστωθεί από τη Eurostat ότι υπήρχε στην κυριολεξία μια «χαμένη» γενιά ευρωπαίων και ότι η ανεργία είχε πλήξει τους νέους ανθρώπους περισσότερο από οποιαδήποτε άλλη ομάδα πληθυσμού. Η Ελλάδα και η Ισπανία δεν ήταν πλέον οι εξαιρέσεις αλλά, ήταν οι επικεφαλής στη θλιβερή κούρσα αύξησης της ανεργίας, ιδιαίτερα της νεανικής. 
Αυτόματα η νεανική ανεργία από θέμα «χαμηλής πολιτικής» αναβαθμίστηκε σε ζήτημα μείζονος σημασίας καθώς απειλεί να τινάξει τις ευρωπαϊκές οικονομίες και κατ’ επέκταση τις κοινωνίες στον αέρα. Μια «χαμένη» γενιά ευρωπαίων θα έχει πολλαπλασιαστικές αρνητικές συνέπειες στα ταμεία κοινωνικών ασφαλίσεων, στις συντάξεις, στους δείκτες παραγωγικότητας και καινοτομίας. Πολύ απλά, η Ενωμένη Ευρώπη δε μπορεί να είναι ανταγωνιστική δίχως τους νέους της στην αγορά εργασία. Ακόμα χειρότερα, μια Ευρώπη που παραπαίει οικονομικά δε μπορεί να διατηρήσει ένα στέρεο όραμα για το μέλλον  Έτσι προέκυψε η ιδέα για ένα σύνολο μέτρων και εργαλείων για συγκράτηση και αναχαίτιση της νεανικής ανεργίας με στοχευμένα μέτρα τα οποία πλέον απασχολούν την Ε.Ε. σε επίπεδο αρχηγών κρατών-μελών. 
Η σχετική Σύσταση που έχει υιοθετηθεί από το Συμβούλιο της Ε.Ε., στις αρχές του χρόνου προνοεί ότι, τα κράτη μέλη θα «εξασφαλίζουν ότι όλοι οι νέοι ηλικίας κάτω των 25 ετών λαμβάνουν προσφορά απασχόλησης καλής ποιότητας, συνεχή εκπαίδευση, μαθητεία ή άσκηση εντός περιόδου τεσσάρων μηνών από τη στιγμή που καθίστανται άνεργοι ή εξέρχονται από την επίσημη εκπαίδευση».
Η Κύπρος βρίσκεται σε μια καλή πορεία ανάπτυξης των δικών της εργαλείων στον τομέα αυτό. Τα εύσημα για την πρωτοβουλία ανήκουν στο Τμήμα Εργασίας και την αρμόδια Υπουργό καθώς βεβαίως και σε όλους τους φορείς που συμβάλλουν στο συντονισμό (ΑνΑδ, ΚΕΠΑ, Μονάδα ΕΚΤ, Υπ. Παιδείας και Πολιτισμού, ΟΝΕΚ κτλ) με στόχο την ανάπτυξη και την εφαρμογή ενός σχεδίου δράσης για τη νεανική απασχόληση, το οποίο να περιλαμβάνει και την εφαρμογή της «εγγύησης για τη νεολαία». Ο ίδιος ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας δεσμεύτηκε για την ολοκλήρωση του σχεδιασμού μέχρι το τέλος του χρόνου. Από την ταχεία εξέλιξη των μέχρι στιγμής διαβουλεύσεων φαίνεται ότι ο στόχος είναι εφικτός. 
Για την υλοποίηση της εγγύησης για τη νεολαία τα κράτη μέλη μπορούν να επωφεληθούν από σχετικό ταμείο που έχει δημιουργηθεί με συνολικό προϋπολογισμό 6 δις ευρώ, ενώ παράλληλα θα πρέπει να διοχετεύσουν εθνικούς πόρους καθώς και να αξιοποιήσουν τα ευρωπαϊκά διαρθρωτικά ταμεία. 
Ποια τα οφέλη από την «εγγύηση νεολαίας»; Κατ’ αρχήν το ίδιο το κράτος και οι υπηρεσίες του εντατικοποιούν τις προσπάθειές τους με στόχευση τους ίδιους τους νέους. Δεύτερο, υποχρεούνται να εντοπίζουν τους άνεργους νέους, να αξιολογήσουν τις ανάγκες τους και να αναπτύσσουν ή να βελτιώσουν εξειδικευμένα προγράμματα εκπαίδευσης-κατάρτισης ανάλογα με το προφίλ τους. Επιπλέον, οι νέοι αποκτούν περισσότερα προσόντα από φορείς τυπικής και μη τυπικής μάθησης ώστε να ανταγωνιστούν με καλύτερες πιθανότητες στην αγορά εργασίας. Τέλος, οι νέοι συνεχίζουν να κοινωνικοποιούνται, να μαθαίνουν και να δημιουργούν παραμένοντας έτσι ενεργοί στο κοινωνικό γίγνεσθαι. 
Μαγικές λύσεις για την ανεργία δεν υπάρχουν, αλλά σίγουρα υπάρχουν καλές πρακτικές για τη συγκράτηση και τη σταδιακή αναχαίτισή της. Η «εγγύηση για τη νεολαία» αποτελεί μια πρακτική προς την ορθή κατεύθυνση που θα διατηρήσει τους νέους ενεργούς, θα τους δώσει συγκεκριμένες γνώσεις και δεξιότητες και θα τους επιτρέψει να αξιοποιήσουν τις ευκαιρίες εργοδότησης που θα παρουσιάζονται. Προσδοκούμε ότι παρόμοια βήματα θα γίνουν και προς την κατεύθυνση της δημιουργίας νέων θέσεων εργασίας (π.χ προσέλκυση επενδύσεων) αφού μόνο με την ισορροπία στην προσφορά και ζήτηση θέσεων εργασίας μπορεί το φάσμα της ανεργίας να αντιμετωπιστεί οριστικά.

Ρέκβιεμ κυπριακού;

Η νέα προσπάθεια σίγουρα δεν ξεκίνησε με τους καλύτερους οιωνούς. 
Η δυσκολία στην εξεύρεση κοινής αντίληψης και συμφωνίας στην έκδοση του κοινού ανακοινωθέν δεν αποτελεί παρά μόνο την πρώτη απτή δημόσια απόδειξη για τη διστακτικότητα της παρούσας  τ/κ ηγεσίας να επικυρώσει τη συμφωνημένη βάση λύσης.
Βεβαίως, είναι σημαντικό να υπογραμμιστεί ότι εντός της τ/κ κοινότητας παρουσιάζονται σημαντικές διαφοροποιήσεις στις θέσεις των διαφόρων κομματικών σχηματισμών. Εν τούτοις, η θέση που προβάλλει ο Έρογλου και η διαπραγματευτική του ομάδα -όπως άλλωστε ανέκαθεν οι ακραίες και διχοτομικές απόψεις στο κυπριακό- βρίσκουν πρόσφορο έδαφος  σε σημαντικό κομμάτι της ΤΚ κοινότητας. 
Η βασική επιχειρηματολογία Έρογλου και των υποστηρικτών του συνοψίζεται στο ότι η ομοσπονδία θα επικυρώσει την κυριαρχία και την πληθυσμιακή υπεροχή της ε/κ κοινότητας έναντι των τουρκοκυπρίων. Αυτή άλλωστε ήταν και η πάγια διακηρυγμένη θέση του Ντενκτάς  ο οποίος επέμενε σε λύση δύο κρατών για να καταλήξει -κάτω από το βάρος των διεθνών πιέσεων- σε λύση συνομοσπονδίας ούτως ώστε να διασφαλίζει την διακριτή ύπαρξη της ΤΚ κοινότητας και αν χρειαστεί τη δυνατότητα απόσχισης. Η στροφή προς την ομοσπονδία ήταν αποτέλεσμα του   παραμερισμού του Ντενκτάς από την Τουρκία η οποία αξιολογούσε την ένταξή της στην Ε.Ε. ως σημαντικότερη της συνέχισης της παρουσίας της στο νησί, του καταλυτικού ρόλου  του Ταλάτ και του Ρεπουπλικανικού Τουρκικού Κόμματος αλλά και της αλλαγής του ισοζυγίου δυνάμεων στην τ/κ κοινότητα, που είχε ως αποτέλεσμα της κυριαρχίας της θέλησης και επιθυμίας των Τουρκοκυπρίων να απεγκλωβιστούν από το σφιχταγκάλιασμα της Τουρκίας και  να βγουν από τη διεθνή απομόνωση   μέσα από την ένταξη τους στην Ε.Ε.   που Τα αποτελέσματα των δημοψηφισμάτων του 2004 δεν εκπλήρωσαν τον πόθο των τ/κ για λύση και ένταξη, παρόλο που έκτοτε, η τ/κ κοινότητα ακολούθησε μια ανοδική πορεία σε μορφωτικό και οικονομικό επίπεδο. 
Την τελευταία δεκαετία για διάφορους λόγους δε δημιουργήθηκαν πότε πραγματικά οι συγκυρίες που να σπρώχνουν το κυπριακό προς τη λύση του. Έτσι ακόμη και οι τουρκοκυπριακές ηγεσίες που εναντιώνονται  στη  ΔΔΟ δε βρέθηκαν στην ανάγκη να αποκαλύψουν την αντίθεσή τους. Η εκλογή του Νίκου Αναστασιάδη τον περασμένο Φεβρουάριο σε συνδυασμό με το αυξημένο διεθνές ενδιαφέρον, τα αναδιάταξη των  γεωστρατηγικών συμφερόντων που δημιούργησε η  προοπτική αξιοποίησης του φυσικού αερίου επανέφερε το κυπριακό στο προσκήνιο με τρόπο επιβλητικό. 
Ο Νίκος Αναστασιάδης με τις πρωτοβουλίες του δεν άφησε πολλά περιθώρια στον Έρογλου για τακτικισμούς με αποτέλεσμα να τον αναγκάσει να δημοσιοποιήσει με τρόπο πολιτικά «μη ραφιναρισμένο»  την αντίθεσή του με την επιδιωκόμενη βάση λύσης. 
Που μας αφήνει όμως αυτό;
Αν το κυπριακό είναι θέμα εντυπώσεων, αυτές τις έχει κερδίσει η δική μας πλευρά ως εκείνη με την πραγματική θέληση να προχωρήσει σε συνολική λύση στη βάση της ΔΔΟ όπως καθορίζεται στα σχετικά ψηφίσματα. Όμως, πέρα από το επικοινωνιακό κομμάτι το κυπριακό είναι ένα πολιτικό πρόβλημα το οποίο αν παραμείνει άλυτο ή αν η επίλυσή του αφεθεί σε βάθος χρόνου, θα οδηγήσει στην επικύρωση των τετελεσμένων της κατοχής  με περισσότερες αρνητικές συνέπειες για τη δική μας πλευρά.
Κατά συνέπεια, η μόνη μας ρεαλιστική επιλογή είναι η άμεση έξοδος από το τέλμα στο οποίο έχουμε οδηγηθεί ένεκα της αρνητικής στάσης  Έρογλου.  Η άσκηση πιέσεων από την Ευρωπαϊκή Ένωση, τα Ηνωμένα Έθνη και τα κράτη μέλη του Σ.Α. είναι αναγκαία για να επικρατήσουν οι φωνές που υποστηρίζουν την ομοσπονδία. Η πλευρά μας θα πρέπει να κάνει ξεκάθαρο ότι η μη λύση ή  μια λύση συνομοσπονδίας θα αποτελεί κίνδυνο για τη σταθερότητα στην ευρύτερη περιοχή. 
Αυτονόητα θα πρέπει στη συνέχεια και εφόσον επικυρωθεί η βάση διαπραγμάτευσης να παραμείνουμε αταλάντευτα προσηλωμένοι στην εξυπηρέτηση του στόχου εξεύρεσης συνολικής διευθέτησης εντός εύλογου χρονικού διαστήματος η οποία να διασφαλίζει τις ανησυχίες και των δύο κοινοτήτων. Η ασφάλεια, ή καλύτερα η αν-ασφάλεια, παραμένει ίσως το μεγαλύτερο αγκάθι στις μετά το ’60 σχέσεις μεταξύ των δύο κοινοτήτων με την τ/κ πλευρά να τρέμει το ενδεχόμενο να βρεθεί ξανά σε καθεστώς ή ρόλο μειονότητας και την ε/κ πλευρά να τρέμει την στρατιωτική ισχύ της Τουρκίας και το ενδεχόμενο μιας νέας επέμβασης.
Για αυτό οι αρχές της πολιτικής ισότητας και της δημιουργίας θεσμών και εργαλείων συνεργασίας είναι ουσιαστικές για την εύρυθμη λειτουργία του νέου κράτους. Η από κοινού διαχείριση των κοινοτικών κονδυλίων για ανοικοδόμηση καθώς και η συν-εκμετάλλευση των φυσικών πηγών ενέργειας θα αποτελέσουν ισχυρά οικονομικά εργαλεία για να οδηγήσουν στην οικονομική και κοινωνική ζύμωση που θα υποβοηθήσει στην πολιτική συνεργασία. Διασκεδάζοντας τις ανησυχίες των τ/κ για οικονομική και πολιτική υποδούλωσή τους στα πλαίσια μιας λύσης βασισμένης στη ΔΔΟ  ανοίγουμε το δρόμο για  να πετύχουμε συμφωνία που να διασφαλίζει την πλήρη αποχώρηση των τουρκικών στρατευμάτων καθώς και την απαγκίστρωση από τις συνθήκες εγγυήσεων.  Ενεργώντας με άξονα την οικοδόμηση εμπιστοσύνης ανάμεσα στις δύο κοινότητες  και λαμβάνοντας μέτρα που θα επιτρέψουν στην πλειοψηφία των ΤΚ να απαλλαγούν από το αίσθημα απειλής – πείθοντας, με άλλα λόγια, ότι είμαστε ειλικρινείς στην επιδίωξη μιας λύσης που θα εξυπηρετεί τα συμφέροντα και θα εγγυάται την ασφάλεια του συνόλου του κυπριακού λαού, απογυμνώνουμε και εκθέτουμε πολιτικά τον Έρογλου και τους οπαδούς διαχωριστικών λύσεων δίνοντας έτσι μια τελευταία ίσως προοπτική στην επανένωση. 
Για χρόνια έχουμε επενδύσει στην αδιαλλαξία της ΤΚ πλευράς προκειμένου να κερδίσουμε τις εντυπώσεις και τη συμπάθεια εντός της διεθνούς κοινότητας. Καιρός είναι να αρχίσουμε να επενδύουμε στις διαλλακτικότερες πολιτικές δυνάμεις εντός της ΤΚ κοινότητας, εκείνες  που οραματίζονται μια ενωμένη Κύπρο. Το κέρδος μας σε αυτή την περίπτωση θα είναι πολλαπλάσιο από τις απλές εντυπώσεις.
Scroll to top