Month: January 2014

Κάπως άβολα…


Ανήκω στην κατηγορία εκείνων που πιστεύουν ότι η καθ’ αυτή λύση του Κυπριακού, δηλαδή η σύνταξη του νέου συντάγματος και των μεταβατικών προνοιών που θα διέπουν την ομόσπονδη Κύπρο, μπορεί να εξευρεθεί σχετικά εύκολα με την προϋπόθεση ότι θα  προηγηθεί διαπραγμάτευση σε θετικό πνεύμα και στηριζόμενη στη σε βάθος αλληλοκατανόηση των αναγκών της κάθε κοινότητας και του συμφέροντος του συνόλου. 

Από την άλλη θεωρώ ως εξαιρετικά δύσκολο την αποδοχή και εφαρμογή της οποιασδήποτε λύσης από μια σημαντική μερίδα πολιτών και πολιτικών ηγεσιών.  Γι’ αυτό εξάλλου κάθε παράθυρο ελπίδας που διανοίγεται συντρίβεται στο τείχος της πομπώδους, αόριστης και προπάντων ανέφικτης συνθηματολογίας που αναπτύσσεται εδώ και δεκαετίες γύρω από τις παραμέτρους της λύσης. Το «δεν αποδεχόμαστε» κρίνεται από ορισμένους ως αρκετό για να διατηρήσουμε επιφανειακά μια «καθαρή συνείδηση», παραβλέποντας το γεγονός της διαιώνισης του προβλήματος.

Η δε εφαρμογή, παραμένει ένα άλλο τεράστιο ερωτηματικό ακόμη και για τους πιο αισιόδοξους ένεκα του ταραχώδους παρελθόντος αλλά κυρίως και της έλλειψης καλλιέργειας κουλτούρας που να τοποθετεί το μέλλον των δύο κοινοτήτων ως συνεργαζόμενα μέρη ενός ενιαίου και αδιάσπαστου συνόλου. 

Πιστεύω ότι αποτελεί αναντίλεκτο γεγονός ότι η επίκληση του «δικαίου της ανάγκης» πέτυχε να συντηρήσει την υπεροχή της ε/κ κοινότητας, ως de facto διαχειριστή της Κυπριακής Δημοκρατίας, έναντι των τουρκοκυπρίων μέχρι και το 2003. Το άνοιγμα όμως των οδοφραγμάτων και αργότερα η ένταξη στην Ευρωπαϊκή Ένωση μιας Κύπρου με άλυτο το πρόβλημα, αποκάλυψαν μια πλειάδα σημαντικών κενών/προβλημάτων (διακίνηση ανθρώπων, ιδεών, κεφαλαίων, εμπορευμάτων) που ο προηγούμενος τρόπος σκέψης ήταν αδύνατο να διαχειριστεί εποικοδομητικά. Η Κυπριακή Δημοκρατία ήρθε και θα συνεχίσει να έρχεται σε -ακόμα περισσότερο-  άβολη θέση πολλές φορές. 

Ένα από τα πιο σημαντικά και ανοικτά θέματα που θέτει την Κυπριακή Δημοκρατία σε άβολη θέση είναι βεβαίως η αναγνώριση από το ΕΔΑΔ της μέχρι πρότινος παράνομης  Επιτροπής Αποζημιώσεων ως εσωτερικού ένδικου μέσου για εκδίκαση υποθέσεων περιουσιών ελληνοκυπρίων. Οι ε/κ ηγεσίες προσπαθούν –μάταια θεωρώ- να διαχειριστούν την κρίση με διάφορες μεθόδους, οι οποίες είχαν χρησιμοποιηθεί και στο παρελθόν για άλλα θέματα, και που όμως οι παρούσες συνθήκες τις έχουν καταστήσει ξεπερασμένες – ενδεχομένως μάλιστα να τις κατέστησαν και επικίνδυνες για το πολιτικό μέλλον του τόπου. Πότε με φοβέρες, πότε με επίκληση στον πατριωτισμό και άλλοτε με υποσχέσεις για μελλοντικά μέτρα στήριξης των προσφύγων γίνεται προσπάθεια να αναχαιτιστεί η μαζική κατάθεση αιτήσεων στην «Επιτροπή». Την ίδια βεβαία στιγμή η Κυπριακή Δημοκρατία, εν κρυπτώ και παραβύστω, έρχεται σε φιλικούς διακανονισμούς με Τουρκοκυπρίους για εξαγορά της περιουσίας τους στις ελεύθερες περιοχές, διαδικασία που δημιουργεί de facto τις ίδιες ακριβώς καταστάσεις που υποτίθεται ότι προσπαθεί να αποφύγει με την αποτροπή προσφυγής ελληνοκυπρίων στην επιτροπή αποζημιώσεων στα κατεχόμενα.

Παρόλο που δεν πρέπει να παραγνωριστεί η καλή εργασία που έχει γίνει πρόσφατα από τη διακομματική επιτροπή και ορισμένα καλά μέτρα που έχουν προταθεί, εν τούτοις, πιστεύω ακράδαντα ότι μόνο η συνολική διευθέτηση του κυπριακού μπορεί να αποτελέσει αποτελεσματική θεραπεία -όχι μόνο για το ζήτημα των αποζημιώσεων- αλλά γενικά για όλα τα ανοικτά ζητήματα που ανακύπτουν από τη μη λύση και τα οποία χρόνο με το χρόνο παγιώνουν τη ντε φάκτο αναγνώριση του ψευδοκράτους και τη μετατροπή της πράσινης γραμμής σε εξωτερικό σύνορο. 

Οπότε σήμερα πλέον, 40 χρόνια μετά το ’74 το ερώτημα που πρέπει να απαντήσουμε δεν είναι αν αποδεχόμαστε τα «τετελεσμένα της κατοχής», αλλά, αν προτιμάμε «τα τετελεσμένα της κατοχής»  από «τα τετελεσμένα της λύσης». Η απάντηση αν και φαντάζει αυτονόητη στην πραγματικότητα δεν είναι και τόσο απλή. Επειδή 40 χρόνια ίσως να είναι λίγα για να σβήσουν τα μίση και την καχυποψία, είναι όμως από την άλλη αρκετά για να δημιουργήσουν ισχυρά κατεστημένα συμφέροντα και νοοτροπίες που καλλιεργούν την εντύπωση– δίχως να το λένε ανοικτά- ότι η διχοτόμηση είναι η πιο συμφέρουσα λύση. 

Καλημέρα, 2014. Καλημέρα Κύπρος!


Νέα χρονιά και νέα αρχή. Σε μια Κύπρο που θέλει άραγε να αλλάξει για να υποδεχτεί το νέο έτος με ελπίδα και προοπτική; Μια Κύπρο που επιθυμεί να αφήσει πίσω της τον κακό εαυτό των προηγούμενων χρόνων παίρνοντας  την τύχη της στα χέρια της για ένα καλύτερο αύριο; Δεν είμαι και τόσο σίγουρη. 

Κύπρος το κέντρο του κόσμου: Μια παγιωμένη αντίληψη ακόμη και από εκείνους που κατά καιρούς την χλευάζουν. Η Κύπρος στο στόχαστρο κάθε είδους συνωμοσίας και στο επίκεντρο των σκανδάλων, των διακινήσεων χαμένων παιδιών, του διεθνούς ενδιαφέροντος, των αεροψεκασμών. Ο κατάλογος δεν έχει τελειωμό. Σύνδρομο μιας αποκομμένης  από την πραγματικότητα  κοινωνίας που, αντί να αναλογιστεί την πατρίδα της στον χάρτη -προκειμένου να αξιολογήσει στη βάση εμπειρικών δεδομένων το μέγεθός και τη σημασία της- προτιμά να τρέφεται με  ψευδαισθήσεις νανο-γιγαντισμού αναζητώντας πίσω από κάθε κακό που της συμβαίνει κάποιες εξωτερικές δυνάμεις που εδώ και αιώνες έχουν βάλει στο μάτι το «χρυσοπράσινο φύλλο» και απεργάζονται την καθυπόταξή του.  Η’, σύμφωνα με μια νέα αντίληψη που βρήκε πρόσφορο έδαφος ειδικά μετά την κρίση και την ανάγκη για οριστική ανασυγκρότηση και αναδιάρθρωση όλων των «κεκτημένων», τα πετρέλαιά και τα δισεκατομμύρια μας κάτω από την θάλασσα. Ακόμη και αν στο τέλος αποδειχθεί ότι υπάρχουν μεγάλες δυνατότητες αξιοποίησης και εκμετάλλευσης, η μέχρι στιγμής επιπόλαιη αντιμετώπιση από ορισμένους ειδικούς και πολιτικούς δεν αφήνει πολλά περιθώρια για αισιοδοξία. 

Το «δίκαιό μας». Η αντίληψη περί δικαίου είναι σχεδόν πάντοτε μονομερής. Δίκαιο έχει πάντα η δική μας πλευρά όπως και αν αυτή καθορίζεται. Αυτή η μονοδιάστατη αντίληψη μας κρατά μακριά  από σύνθετες αναλύσεις. Τα πράγματα μπαίνουν στη λογική του άσπρο-μαύρο. Καλός-κακός, υπέρ ή εναντίον. Οτιδήποτε ξεφεύγει από αυτή τη λογική μπερδεύει, συγχύζει και κατατάσσεται σε κατηγορίες που υποδηλώνουν κάτι επικίνδυνο. Π.χ. φιλότουρκος, απορριπτικός, κρυπτοκομμουνιστής κλπ. 

Η αντιπαράθεση ιδιωτικού-δημόσιου τομέα, συνεχής και αδιάκοπη με όρους ποδοσφαιρικούς και στερεότυπα. Οι μεν όταν μιλούν για τους δε, έχουν υπόψη τους τις κλίμακες Α13 και άνω αντί, για τη μεγάλη μάζα των μεσαία και χαμηλά αμειβόμενων δημοσίων υπαλλήλων, ενώ οι άλλοι, έχουν υπόψη τους επιχειρηματίες που βλέπουν να ποζάρουν στα κοσμικά περιοδικά αντί για την τεράστια μερίδα των μικρομεσαίων που παλεύουν καθημερινά για να τα βγάλουν πέρα. 

Η ανδροκρατούμενη κοινωνία. Στην Κύπρο καταλληλότερος για να κάνει όλες τις δουλειές είναι πάντα ένας άντρας. 

Ο ευρωπαϊσμός μας που εξαντλείται στα κλισέ για ευρωπαϊκές αρχές και αξίες, ενώ, είμαστε από τις τελευταίες χώρες της Ε.Ε. στην προώθηση της ισότητας και της διαφάνειας. Πιάνουμε πάτο στα θέματα ανοχής και διαφορετικότητας. Εξαντλούμε τις πολιτικές για  αναπηρίες σε φιλανθρωπικού τύπου εκδηλώσεις. Απαντάμε στα ευρωβαρόμετρα με τρόπο που καταδεικνύει ότι βρισκόμαστε στην κορυφή της λίστας των ποσοστών ξενοφοβίας και του ρατσισμού καθώς,  φυσικά,  και πρωταθλητές στην ομοφοβία.

Τα κυριακάτικα δελτία ειδήσεων, με μόνιμο και επαναλαμβανόμενο θέμα τις δηλώσεις του Αρχιεπισκόπου στον περίβολο της εκκλησίας. Δηλώσεις άγαρμπες, επιπόλαιες, απλοϊκές  και  πάνω από όλα πολιτικά ρηχές και προβλέψιμες  παρατίθενται δίχως αντίλογο απλά για να μας υπενθυμίζουν ότι ζούμε στη χώρα που 2ος στο επίσημο πρωτόκολλο του κράτους ήταν, είναι και θα είναι ο Αρχιεπίσκοπος.

Η αναξιοκρατία – κουμπαροκρατία καλά κρατά. Σε σημείο που έχει εκτοπίσει ακόμη και αυτή την περιβόητη κομματοκρατία αφού πλέον οι σώφρονες πολιτικοί αρχηγοί δεν προωθούν καν τους «συναγωνιστές» τους, αλλά, τους κουμπάρους και τους κολλητούς τους που θεωρούνται πιο ελεγχόμενοι. 

Δυστυχώς, ζούμε σε μια χώρα με πολλές παθογένειες. Παθογένειες που εξυπηρετούν κατεστημένα τα οποία με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, αδρανοποιούν τους θεσμούς, ορισμένες, μάλιστα, φορές σε βαθμό γελοιοποίησης. Στο σκηνικό αυτό, οι πολίτες αυτής της χώρας καλούνται να αναλάβουν μόνοι τους να εντοπίσουν και να αντιμετωπίσουν τη διαφθορά και τη διαπλοκή. Να αναδείξουν τις στρεβλώσεις, την κακοδιαχείριση και την ασυνέπεια. 

Όμως, ο τρόπος λειτουργίας της κοινωνίας  διαμορφώνεται, σε σημαντικό βαθμό, μέσα από τις δράσεις, τις επιλογές και τις συμπεριφορές των ίδιων των μελών της. Ως πολίτες δεν είμαστε άμοιροι ευθυνών για την τραγική εικόνα που παρουσιάζει η  κυπριακή κοινωνία σε πολιτικό,  οικονομικό και πολιτισμικό επίπεδο. Ως εκ τούτου, ο σχηματισμός ενός ισχυρού κοινωνικού ρεύματος, στο επίπεδο της κοινωνίας των πολιτών είναι δυνατόν να δημιουργήσει ουσιαστική προοπτική για μια προοδευτική μετεξέλιξη της πολιτείας κατά τρόπο που αυτή να υποστηρίζει και να προωθεί ένα πιο ανοιχτό, πιο κοσμοπολιτικό, πιο υπεύθυνο και σίγουρα, πιο ελπιδοφόρο, μέλλον. 

Καλημέρα Κύπρος! 
Scroll to top