Month: October 2015

Ομιλία σε εκδήλωση ΓΟΔΗΣΥ για το κυπριακό

Αξιότιμε κ. Υπουργέ Εξωτερικών,

Είναι με ιδιαίτερη χαρά που σας καλωσορίζω στην αποψινή εκδήλωση με θέμα την τρέχουσα διαδικασία διαπραγμάτευσης για επίλυση του κυπριακού. Εκ μέρους της ΓΟΔΗΣΥ επιθυμώ να ευχαριστήσω θερμά τον έντιμο Υπουργό Εξωτερικών που παρά το βεβαρυμμένο του πρόγραμμα -κι ιδιαίτερα αυτή την περίοδο-, απάντησε πρόθυμα και θετικά στην πρόσκληση μας. Αποτελεί κύριε Υπουργέ πραγματικά τιμή να σας έχουμε μαζί μας σε αυτή την τόσο κρίσιμη συγκυρία για τις διαπραγματεύσεις.
Προτού σας παραχωρήσω το βήμα επιτρέψετε μου να μοιραστώ ορισμένες σκέψεις γύρω από το θέμα το οποίο θα συζητήσουμε σήμερα.
Πριν από δυόμιση χρόνια με την εκλογή του Νίκου Αναστασιάδη στο ύπατο αξίωμα, η διεθνής κοινότητα καλωσόριζε και υποδεχόταν  εγκάρδια ένα πολιτικό ο οποίος στεκόταν με πολιτική συνέπεια και υπηρετούσε συνειδητά το όραμα για σύντομη επίλυση του κυπριακού με τρόπο αμοιβαία αποδεκτό, δίκαιο και ισορροπημένο.
Δυστυχώς ο τ/κ ηγέτης που είχαμε τότε απέναντί μας δε βοηθούσε καθόλου να γίνει βήμα μπρος στα εμπρός. Η στάση του, η κοσμοαντίληψή του, τα βιώματα του και ο εθνικισμός του δεν επέτρεπαν ούτε οι συνομιλίες να ευοδώσουν αλλά ούτε και το πολιτικό κλίμα να βελτιωθεί.
Όταν την περασμένη Άνοιξη, τέλος του Απρίλη στα κατεχόμενα εκλεγόταν το μέχρι πρότινος αουτσάιντερ ο τ/κ πολιτικός Μουσταφά Ακκιντζιή παρουσιάστηκε επιτέλους η ευκαιρία να έχουμε δύο ηγέτες μετριοπαθείς και στοχοπροσηλωμένους στη λύση του κυπριακού.
Βεβαίως το κυπριακό δεν αφορά μόνο τα οράματα και τα θέλω των ηγετών.
Επηρεάζεται από ένα σωρό πολιτικούς, γεωστρατηγικούς και άλλους αστάθμητους παράγοντες τους οποίους είμαι βέβαιη ότι ο κ. Υπουργός θα σας αναλύσει στη συνέχεια.
Όμως, επειδή ανέκαθεν πίστευα ότι ο κόσμος της Κύπρου τ/κοι και ε/κοι αποτελούν σημαντικό και ουσιαστικό μέρος στην εξίσωση του κυπριακού, πρέπει να παραδεχτούμε ότι με την επανέναρξη των συνομιλιών οι δύο ηγέτες πέτυχαν να δημιουργήσουν κάτι που απουσίαζε για χρόνια. Έφεραν ξανά ελπίδα και προσδοκία. Ο κόσμος πίστεψε ότι αυτή τη φορά οι διαπραγματεύσεις θα καταλήξουν σε αίσιο τέλος.
Γι αυτό η παρούσα ευκαιρία -όσο τουλάχιστον περνά από το χέρι μας- δεν πρέπει να χαθεί.
Υποθέτω ότι όλοι θυμόμαστε την πολιτική ένταση με αφορμή τις παραβιάσεις από το Μπαρμπαρός. Πρέπει να μαθαίνουμε από τα λάθη μας. Κάθε φορά που η ελληνοκυπριακή πλευρά δε βρισκόταν με στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων –ακόμη και στις περιπτώσεις που είχαμε δίκιο- κερδισμένη έβγαινε η Τουρκία.
Σας θυμίζω τις πυθιακές δηλώσεις ξένων διπλωματών και του ειδικού απεσταλμένου του ΟΗΕ οι οποίοι επικεντρώνονταν περισσότερο στην ανάγκη επανάληψης των συνομιλιών και καλούσαν τις δύο πλευρές να αποφεύγουν ενέργειες που προκαλούν ένταση. Δεν ευτυχήσαμε να ακούσουμε κάποιον, πέραν της Ελλάδας βέβαια, να καταδικάζει απερίφραστα τις τουρκικές προκλήσεις στην κυπριακή ΑΟΖ.
Δυστυχώς, οι διαμαρτυρίες διαχρονικά μας ελάχιστες φορές συνάντησαν ευήκοα ώτα με πιο φωτεινή εξαίρεση το Ελσίνκι και την ένταξη μας στην Ε.Ε..
Άλλες φορές όμως, είτε επειδή δεν ήμασταν αρκούντως πειστικοί είτε διότι η γεωπολιτική συγκυρία ήταν τέτοια δεν εισακουστήκαμε.
Είτε το ένα συμβαίνει είτε το άλλο, οφείλει η πολιτική μας ηγεσία να προβληματιστεί. 
Έντεκα χρόνια μετά τα δημοψηφίσματα και με τον χρόνο να παγιώνει σε όλα τα επίπεδα την κατοχή, ο τόπος μας αξίζει μία τελευταία και προπάντων ειλικρινή προσπάθεια από όλους μας. Έχουμε χρέος να το προσπαθήσουμε.
Ένας λαός που συνήθισε να ζει χωριστά, δεν είναι εύκολο να τον πείσεις να συμβιώσει μετά από 50 χρόνια. Μακάρι να μπορούσαμε να γυρίσουμε πίσω τον χρόνο και αντί κάθε φορά που σκεφτόμασταν τις επόμενες εκλογές να είχαμε τη δύναμη να σκεφτόμασταν τις επόμενες γενιές. Δυστυχώς όμως, η πίκρα από τον πόνο του βάρβαρου ξεριζωμού του ’74 δεν άφηνε σχεδόν ποτέ περιθώρια για νηφάλια συζήτηση και προετοιμασία για την επιδιωκόμενη λύση. Κάθε συζήτηση ακόμη και για τα αυτονόητα χτυπούσε με φόρα πάνω στο τείχος της διαίρεσης, των προκαταλήψεων, των καλοδουλεμένων μύθων ή του εθνικισμού. 
Όμως οι μεγαλοστομίες και οι λαϊκισμοί δε θα αφήσουν ελληνική γη στα κατεχόμενα αλλά ένα ισχυρό αυτάρκες τούρκικο μόρφωμα, με πληθυσμό που θα αυξάνεται ραγδαία από τον ανεξέλεγκτο εποικισμό. Η μη λύση θα σημάνει ένα άνισο οικονομικό ανταγωνισμό, σε όλους τους τομείς της οικονομίας. Η διχοτόμηση αρχίζει να κανονικοποιείται και να εξελίσσεται σαν ένα σεντόνι που σκεπάζει σιγά σιγά όλους μας. Φυσικά και  αναίμακτα.
Είναι μόνο μέσα από τη λύση του Κυπριακού που μπορούμε να αναχαιτίσουμε τα τετελεσμένα της κατοχής. Μέσω του συντάγματος και των νόμων του κράτους, που θα διασφαλίζουν την μία κυριαρχία, τη μία διεθνή προσωπικότητα και ιθαγένεια και θα δίνουν στην ομοσπονδιακή (κεντρική) κυβέρνηση την εξουσία να διαχειρίζεται την οικονομία και την εξωτερική πολιτική της χώρας.
Το κυπριακό δε θα έχει ποτέ ξανά καλύτερη ευκαιρία να επιλυθεί από αυτή που υπάρχει σήμερα. Αν σήμερα φαντάζει βουνό το περιουσιακό το οποίο –ω μη γένοιτο- δε μπορέσουμε να διαβούμε, φανταστείτε, πως θα είναι η κατάσταση σε πέντε, δέκα ή είκοσι χρόνια όταν στο μεταξύ θα έχει πεθάνει και ο τελευταίος πρόσφυγας 1ηςγενιάς και θα προηγηθούν χιλιάδες διευθετήσεις δια μέσου της ειδικής επιτροπής στα κατεχόμενα.
Γι αυτό το λόγο κ. Υπουργέ,
επιμένω να υποστηρίζω ότι η κοινωνία πρέπει να είναι ενήμερη και συμμέτοχη σε αυτή τη διαδικασία.  Ενήμερη με τρόπο ουσιαστικό, νηφάλιο και εκλαϊκευμένο.
Επειδή είναι ο μοναδικός τρόπος για να μεταφερθούμε από τις επιμέρους συζητήσεις για τα δίκαια της κάθε πλευράς στα τηλεοπτικά πάνελ σε μία διαλεκτική διαδικασία εξορθολογισμού των πραγματικών επιλογών που υπάρχουν μπροστά μας εντός της ίδιας της κοινωνίας.
Η συζήτηση με την κοινωνία είναι ο μόνος τρόπος για να αντικαταστήσουμε τον αδιέξοδο βερμπαλισμό των απορριπτικών, με τη ρεαλιστική κληριδική σκέψη που καταλήγει σε συμπεράσματα αντί σε συνθήματα.
Πατριωτισμός δε θα είναι να αποχωρήσουμε στα δύσκολα για να επιστρέψουμε στα εύκολα που γνωρίζουμε καλά. Αλλά να κρατηθούμε στα δύσκολα και να προετοιμαστούμε κατάλληλα για τα ακόμη δυσκολότερα.
Τελειώνοντας θέλω να ευχαριστήσω τη ΣΕΚ για τη φιλοξενία στην υπέροχη αυτή αίθουσα “Μάρκου Δράκου” και να κλείσω λέγοντας ότι έχουμε χρέος έναντι των ηρώων μας, έναντι της νέας γενιάς και βλέποντας εδώ μπροστά την αγαπητή φίλη την Καίτη, την κόρη του αείμνηστου Γλαύκου Κληρίδη, ναι έχουμε χρέος και απέναντι στον ιδρυτή του Δημοκρατικού Συναγερμού να επανενώσουμε την Κύπρο.
Σας ευχαριστώ
Καλώ τώρα στο βήμα τον έντιμο ΥΠΕΞ, κ. Ιωάννη Κασουλίδη 

“Τίποτα δε γίνεται αν δεν έχεις όραμα…”

Την περασμένη εβδομάδα συνάντησα τυχαία τον κ. Κωνσταντίνο. Ο κ. Κωνσταντίνος είναι ο 96χρονος τελειόφοιτος φοιτητής πολιτικών επιστημών του Πανεπιστημίου Κύπρου. Η κουβέντα μας περιστράφηκε γύρω από τη ζωή και τις σπουδές του. Στην ερώτηση μου πώς πήρε την απόφαση να ξεκινήσει πριν από τρία χρόνια το πτυχίο του στις πολιτικές επιστήμες, η απάντησή του με εξέπληξε. Είπε, ότι έχει το όραμα όταν θα πάρει το πτυχίο του να εμπλακεί σε μία εκστρατεία προώθησης της ελληνικής γλώσσας μέσα από υπουργεία και πανεπιστήμια άλλων χωρών. Δεν το σχολίασα και γι’ αυτό,  ενδεχομένως να το  εξέλαβε ως αμφισβήτηση και για τούτο συνέχισε, τονίζοντας μου «Να ξέρεις, ότι τίποτα δε γίνεται αν δεν έχεις όραμα!».

Η σκέψη του κ. Κωνσταντίνου γυρόφερνε στο μυαλό μου για αρκετές μέρες μετά. Πόσο σπάνιο είναι να έχεις όραμα για κάτι που αντικειμενικά, φαντάζει να είναι είναι εξαιρετικά δύσκολο. Να επιδιώκεις δηλαδή το αδύνατο, προτού ακόμη αυτό γίνει αδιανόητο.

Οι συζητήσεις για το κυπριακό μου φέρνουν συχνά στο μυαλό τη φράση του κ. Κωνσταντίνου. Αυτό γιατί αναλογίζομαι τις δυσκολίες που θα πέρασε ο ίδιος μέχρι να φτάσει ως εδώ και την ίδια στιγμή, την ευκολία με την οποία κάποιοι άλλοι είναι έτοιμοι να παραιτηθούν από την προσπάθεια λύσης του κυπριακού, με την πρώτη δυσκολία. 

Επί της ουσίας, οι δηλώσεις του ηγέτη των Τ/κ από τη Νέα Υόρκη δε χαροποίησαν κανένα. Αντίθετα, η υπαναχώρηση στο θέμα της εφαρμογής των ευρωπαϊκών αρχών στο πλαίσιο της λύσης προκάλεσε θλίψη και εκνευρισμό. Όμως, παρόλο που δεν το δικαιολογώ, το κατανοώ. Πόσες φορές αλήθεια, δε, ακούσαμε – και μέχρι και σήμερα ακούμε – δηλώσεις από πολιτικούς, πρακτικά ανεφάρμοστες; Αποτελεί εξάλλου γεγονός ότι η κοινή γνώμη στην τ/κ κοινότητα είναι μοιρασμένη όσο αφορά στο ενδεχόμενο επίλυσης. 

Θεωρώ επίσης ότι όταν γίνουν πιο ώριμες αναλύσεις η θέση περί μόνιμων παρεκκλίσεων θα αποσυρθεί και από την ίδια την τουρκοκυπριακή ηγεσία ως μη συμφέρουσα. Κυρίως επειδή δε διασφαλίζει την οικονομική βιωσιμότητα της κοινότητας. 

Μπορεί κάποιος να διανοηθεί ότι θα ισχύουν ποσοτικοί περιορισμοί εγκατάστασης και αγοράς περιουσίας; Αυτό θα έχει ως άμεσο αποτέλεσμα οι Τουρκοκύπριοι να είναι αναγκασμένοι να πουλούν περιουσίες μόνο σε Τουρκοκύπριους. Η ζήτηση θα είναι τόσο περιορισμένη που η αξία της γης τους θα πατώσει με όσες αρνητικές επιπτώσεις αυτό συνεπάγεται στην οικονομική ευρωστία της κοινότητας.

Για να μην αναφέρω όλες τις υπόλοιπες θεσμικές, νομικές και άλλες διαστάσεις που έχει το όλο θέμα, πράγμα που καθιστά μάλλον αδιανόητο την αποδοχή μίας τέτοιας αντίληψης περί διζωνικότητας από την ίδια την Ευρωπαϊκή Ένωση. Σε κάθε περίπτωση προσωπικά πιστεύω ότι βγήκε κάτι καλό από την πρώτη φαινομενική «κρίση» στις συνομιλίες.

Πρώτο, αποφασίστηκε η εντατικοποίηση των συνομιλιών. Επειδή ναι μεν μπορεί να μην υπάρχουν χρονοδιαγράμματα αλλά ούτε και χρόνος για χάσιμο υπάρχει. Επιπλέον, η διχογνωμία που παρουσιάστηκε ανάγκασε όλους να προσεγγίζουν με μεγαλύτερη σοβαρότητα το θέμα των συνομιλιών. Όπως ανάφερε και ο κυβερνητικός εκπρόσωπος, ούτε υπεραισιοδοξία χρειάζεται αλλά ούτε και απαισιοδοξία.

Είναι φανερό ότι ορισμένοι πραγματικά αδημονούν να ανακοινωθούν οι τίτλοι τέλους σε αυτή τη διαδικασία η οποία ξεκίνησε με πολύ καλές προοπτικές και η οποία, φυσιολογικά, προχωρώντας, έφτασε σε σημείο που έχει και δυσκολίες και αντιδράσεις εκατέρωθεν. Αυτό όμως το οποίο είναι το πιο ουσιαστικό είναι πως η συζήτηση συνεχίζεται κανονικά, υπάρχει πρόοδος σε μια σειρά ζητημάτων ενώ θέματα όπως το περιουσιακό έχουν προχωρήσει πολύ περισσότερο από κάθε άλλη φορά προηγουμένως.

Η λύση του κυπριακού δεν ήταν και δε θα είναι ποτέ εύκολη υπόθεση. Αλλά αν το όραμα είναι αρκετά ισχυρό τότε η απάντηση στις όποιες δυσκολίες είναι περισσότερη δουλειά, περισσότερη προσπάθεια, περισσότερη επιμονή. Τουλάχιστον για όσους, θέλουν να υπηρετήσουν με τόλμη το όραμα να δουν σύντομα την Κύπρο ελεύθερη και επανενωμένη.


Η «απειλή» που σκόρπισε χαμόγελα!


Μία απειλή πολέμου σκορπίζει φόβο, λύπη, δέος και ανασφάλεια. Αυτή η «απειλή» όμως, θα έλεγε κανείς, ότι σχεδόν σκόρπισε χαμόγελα ευτυχίας και ανάσες ανακούφισης. Επιτέλους! 

Επιτέλους βρήκαν κάτι –ή τουλάχιστον έτσι πίστεψαν- για να αποδομήσουν τον  Ακκιντζιή. Για να πουν ότι είναι ο ίδιος ή έστω παρόμοιος με τον διχοτομιστή Ντενκτάς. Εξάλλου, αρκετά ανέχτηκαν αυτόν τον πολιτικό ο οποίος βρέθηκε ξαφνικά από την πολιτική του αφυπηρέτηση στην ηγεσία της κοινότητας του με κεντρική πολιτική γραμμή ότι είναι κύπριος και ότι θα παλέψει για το καλό του τόπου του. 
Όλα αυτά τους φαίνονταν από την αρχή πολύ περίεργα. Από το βράδυ της εκλογής του όταν σαστισμένοι δεν είδαν να κυματίζουν οι κόκκινες σημαίες. Στη θέση τους νέοι άνθρωποι κρατούσαν κλαδιά ελιάς και πανό με τη λέξη «Ειρήνη». Όταν στη συνέχεια το παράξενο αυτό είδος πολιτικού μίλησε για τη Λεμεσό και την αγάπη του για την πόλη αυτή πάλι θύμωσαν. Τι πάει να πει «είναι Κύπριος»; Δεν τους το είπε ξεκάθαρα ο Ντενκτάς ότι τέτοιο πράγμα δεν υπάρχει και ότι το μόνο κυπριακό είδος πάνω σε αυτό το νησί είναι το κυπριακό γαϊδούρι; Δυστυχώς όμως για άλλη μια φορά διαψεύστηκαν. Το ψέμα είχε κοντά ποδάρια και η διαστρέβλωση δεν πέτυχε τον σκοπό της. 
Ο κ. Ακκιντζιή την εβδομάδα που μας πέρασε είπε ούτε λίγο ούτε πολύ αυτά που κατά καιρούς έχει πει και ο Πρόεδρος Αναστασιάδης και οι εκπρόσωποι της Ε.Ε. και των Ηνωμένων Εθνών και πλήθος άλλων πολιτικών και επιχειρηματικών παραγόντων. Ότι δηλαδή η διαχείριση των φυσικών πόρων του νησιού μπορεί να είναι κατάρα ή ευλογία. Πόσες φορές αλήθεια ακούσαμε παρόμοιες δηλώσεις από επίσημα χείλη; Πόσες φορές διασυνδέθηκε η ευρύτερη ασφάλεια της περιοχής της ανατολικής Μεσογείου με τη συνεργασία που μπορεί να επιτευχθεί μέσα από τη λελογισμένη διαχείριση του φυσικού πλούτου;
O ίδιος ο Υπουργός Ενέργειας κ. Λακκοτρύπης δήλωνε πριν από μερικούς μήνες ότι: “Αναμφίβολα… αποδείχτηκε περίτρανα ο τεράστιος κίνδυνος που υφίστανται οι ευρωπαϊκές χώρες από την υπερεξάρτησή τους από πηγές ενέργειας και ενεργειακούς διαδρόμους. Δικαίως η προσοχή όλων στράφηκε προς την περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου και τις μελλοντικές παραγωγικές της δυνατότητες. Όλο και περισσότεροι πλέον πιστεύουν ότι οι δυνατότητες αυτές μπορούν να αποτελέσουν τον θεμέλιο λίθο για την άμβλυνση και σταδιακή επίλυση μακροχρόνιων διαφορών”. Δεν πιστεύω να ισχυρίστηκε ποτέ κανείς ο Υπουργός μας απείλησε τις ευρωπαϊκές χώρες.
Σε αντίστοιχο πλαίσιο κινήθηκε και η δήλωση Ακκιντζιή της οποίας η ακριβής διατύπωση ήταν η εξής: «Τα κοιτάσματα του φυσικού αερίου στην ανατολική Μεσόγειο… σε περίπτωση που δεν χρησιμοποιηθούν με λογικό τρόπο, μπορεί να αποτελέσουν στοιχείο απειλής και επιπλέον να γίνουν αιτία πολέμου, ενώ εάν χρησιμοποιηθούν συνετά μπορεί να δημιουργηθεί μια επωφελής κατάσταση για όλους». Σημείωση ότι η αναφορά έγινε στο πλαίσιο συζήτησης στο οποίο ο κ. Ακιντζιή υπερασπιζόταν την τρέχουσα διαδικασία των διαπραγματεύσεων.
Μάλιστα για σκοπούς απλής σύγκρισης θυμίζω ότι για το ίδιο θέμα ο Έρογλου επέμενε σε  επιτροπή συνδιαχείρισης πριν από τη λύση του κυπριακού και όταν θεώρησε ότι οι ε/κ θα τον ξεγελάσουν προχώρησε και σύνηψε συμφωνία δήθεν με την Τουρκία για την υφαλοκρηπίδα. Υπέγραψε συμφωνητικό για «έρευνες» στην περιοχή με ανώνυμη τουρκική εταιρεία και κόμπαζε με αλαζονεία ισχυριζόμενος ότι έχουν δικαιώματα σε βορρά και νότο και μπορούν ούτε λίγο ούτε πολύ να κάνουν ότι θέλουν. 
Ο Ακκιντζιή από την άλλη, συμφώνησε με τον Πρόεδρο Αναστασιάδη να αφήσουν το ζήτημα να συζητηθεί στο τέλος των διαπραγματεύσεων, δεν έχει προβεί σε καμία απολύτως προκλητική ενέργεια, αντίθετα προσπαθεί καθημερινά να πείσει τους ανησυχούντες και μονίμως αντιδρούντες της δικής του πλευράς για τα πλεονεκτήματα που θα έχει μία συνολική λύση του κυπριακού.
Δεν έχω καμιά αμφιβολία ότι με τον κ. Ακκιντζιή δε συμφωνούμε σε όλα και έχουμε και διαφορετικές εκτιμήσεις σε ορισμένα ζητήματα και αυτό είναι φυσιολογικό. Επειδή εκείνος υπερασπίζεται τα συμφέροντα της κοινότητας του και εμείς τα δικά μας. Όμως, νομίζω ότι όλοι οφείλουμε να του αναγνωρίσουμε θετική διάθεση, όραμα και ειλικρίνεια στοιχεία που εξέλειπαν για δεκαετίες και που τόσο πολύ χρειάζονται οι διαπραγματεύσεις. 

Είναι είτε τώρα ή ποτέ!


Ο δρόμος για την επίλυση του κυπριακού δεν είναι στρωμένος με ροδοπέταλα και ούτε θα είναι ποτέ. Αντίθετα μάλιστα, όσοι ασχολήθηκαν σε βάθος με τις επιμέρους πτυχές του γνωρίζουν πολύ καλά ότι είναι ένας δρόμος εξαιρετικά δύσκολος που βρίσκεται μονίμως σε κόντρα με ένα κατεστημένο το οποίο λυμαίνεται την υφιστάμενη κατάσταση οικονομικά, πολιτικά και κοινωνικά. 
Βεβαίως αυτό δε σημαίνει ότι το κυπριακό είναι ένα πρόβλημα άλυτο από μόνο του. Το κυπριακό μπορεί να επιλυθεί πάνω στη συμφωνημένη βάση της ΔΔΟ με τεράστια οφέλη και για τις δύο κοινότητες. Οι μεν Τουρκοκύπριοι θα ενταχθούν και θα ανήκουν σε ένα ευρωπαϊκό κράτος με όσα θετικά αυτό συνεπάγεται σε επίπεδο δικαιωμάτων και ευκαιριών. Ενώ οι Ελληνοκύπριοι θα επωφεληθούν πολλαπλάσια εφόσον θα ανακτήσουν δικαιώματα στις περιουσίες τους, θα απαλλαγούν από την κατοχή και θα απολαμβάνουν τη μερίδα του λέοντος από την οικονομική και επιχειρηματική δραστηριοποίηση σε ολόκληρη την επικράτεια του νησιού. Η εφαρμογή των 4 βασικών ελευθεριών. Δηλαδή του δικαιώματος ελεύθερης διακίνησης κεφαλαίων, υπηρεσιών, αγαθών και ανθρώπων θα αποτελέσει τη μαγιά για την οικονομική, κοινωνική και επιχειρηματική ενοποίηση του νησιού. 
Μέχρι όμως να φτάσουμε στην επιδιωκόμενη λύση η διαδικασία θα περάσει αναγκαστικά μέσα από τις συμπληγάδες όλων εκείνων των συμφερόντων και νοοτροπιών που αναπτύχθηκαν όλα αυτά τα χρόνια και στις δύο πλευρές. Η διαδικασία δεν είναι εύκολη ούτε και απλή. Οι αντιστάσεις είναι τεράστιες. 
Το αισιόδοξο είναι ότι σε επίπεδο πολιτών καθίσταται πλέον εμφανές και προκύπτει και μέσα από τα πρόσφατα ευρήματα της έρευνας που πραγματοποίησε η εταιρεία noverna για την Ομάδα Κύπρος ότι, ανάμεσα στην πλειοψηφία επικρατεί νηφαλιότητα και σύνεση. Ενώ ενδιαφέρον παρουσιάζει επίσης η εξελικτική μετατόπιση των πολιτών προς πιο θετικές στάσεις έναντι της άλλης κοινότητας όπως και έναντι του ενδεχομένου να υποστηρίξουν ένα σχέδιο που να προνοεί για τη συνολική διευθέτηση του προβλήματος.
Βεβαίως, το περιεχόμενο δεν έχει ακόμη αποκρυσταλλωθεί και οι δυσκολίες έπονται, όμως, αν αναλογιστούμε ότι μέχρι πριν από δύο χρόνια το κυπριακό βρισκότανε κυριολεκτικά στον πάτο και η δημόσια συζήτηση γύρω από το ενδεχόμενο λύσης ήταν από ελάχιστη έως και ανύπαρκτη, τότε, πρέπει να αναγνωρίσουμε δύο πράγματα. Το 1ο είναι ότι η παρούσα διαπραγμάτευση έδωσε ξανά ελπίδα σε ένα σημαντικό μέρος του κυπριακού λαού για να πιστέψει και πάλι στην προοπτική της λύσης. Το 2Ο, είναι ότι ο ισοπεδωτικός και τοξικός λόγος των μονίμως ανησυχούντων και διαφωνούντων με το καθετί δεν έχει τα επιθυμητά -για εκείνους- αποτελέσματα. Αντίθετα μάλλον, απαξιώνεται και γελοιοποιείται. 
Στη διαδικασία όμως αυτή, η Σκύλλα και η Χάρυβδη δε θα είναι η κομματική αντιπολίτευση αλλά οι ίδιοι οι πολίτες ανεξαρτήτως κομματικής προέλευσης. Θα είναι οι διαφορετικές προσδοκίες που έχουν καλλιεργηθεί όλα αυτά τα χρόνια ανάμεσα στις δύο κοινότητες, με τις οποίες θα βρεθούν αντιμέτωποι οι δύο ηγέτες πολλές φορές από τη στιγμή που η διαδικασία έχει μπει στα βαθιά. 
Γι αυτό το λόγο είναι που επιμένω να υποστηρίζω ότι η κοινωνία θα πρέπει να είναι ενήμερη. Θα πρέπει να είναι συμμέτοχη σε αυτή τη διαδικασία. Επειδή είναι ο μοναδικός τρόπος για να μεταφερθούμε από τις επιμέρους συζητήσεις για τα δίκαια της κάθε πλευράς σε μία διαλεκτική διαδικασία εξορθολογισμού των πραγματικών επιλογών που υπάρχουν μπροστά μας. Όμως για να επιτευχθεί η σωστή ενημέρωση των πολιτών θα πρέπει να συμφωνηθεί από κοινού μεταξύ των δύο ηγετών μια συγκεκριμένη επικοινωνιακή στρατηγική. Με αυτό τον τρόπο θα αποφεύγονται οι διαρροές που κάνουν ζημιά πότε στη μια και πότε στην άλλη ηγεσία και παράλληλα θα ξεφύγουμε από την περιχαράκωση στις μονο-κοινοτικές αφηγήσεις. 
Το κυπριακό δε θα έχει ποτέ ξανά καλύτερη ευκαιρία να επιλυθεί από αυτή που υπάρχει σήμερα. Αν σήμερα φαντάζει βουνό το περιουσιακό το οποίο δε μπορέσουμε να διαβούμε, φανταστείτε πως θα είναι η κατάσταση σε πέντε, δέκα ή είκοσι χρόνια όταν στο μεταξύ θα έχει πεθάνει και ο τελευταίος πρόσφυγας 1ης γενιάς και θα προηγηθούν χιλιάδες διευθετήσεις δια μέσου της ειδικής επιτροπής στα κατεχόμενα. Είναι είτε τώρα ή ποτέ!
Scroll to top