Month: May 2018

Η σημαία, η ομοφοβία και οι αντιδράσεις

Η 17η Μαΐου έχει καθιερωθεί διεθνώς ως η παγκόσμια ημέρα κατά της ομοφοβίας. Ο λόγος που επιλέχθηκε η συγκεκριμένη ημερομηνία, οφείλεται στο γεγονός ότι στις 17 Μαΐου 1990, η ομοφυλοφιλία έπαψε να θεωρείται ασθένεια από τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας. Κάθε χρόνο τέτοια μέρα εις ένδειξη αλληλεγγύης προς τα χιλιάδες θύματα ομοφοβίας ανά τον κόσμο πολλοί θεσμοί επιλέγουν να αναρτήσουν τη σημαία του ουράνιου τόξου, με τα πολλά χρώματα να συμβολίζουν την ελευθερία της διαφορετικότητας.

Αυτό έπραξε φέτος και το Πανεπιστήμιο Κύπρου μαζί με πολλούς άλλους φορείς, δήμους και οργανώσεις συνοδεύοντας το με μία λιτή ανάρτηση στα διαδίκτυο που έγραφε, «Παγκόσμια μέρα ενάντια της ομοφοβίας σήμερα και η σημαία των ΛΟΑΤ+ είναι υψωμένη ως πράξη αλληλεγγύης και πίστης στην ισότητα και αποδοχή όλων των ανθρώπων, ανεξαρτήτως σεξουαλικού προσανατολισμού ή ταυτότητας φύλου, σύμφωνα με την Οικουμενική Διακήρυξη για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα». Η πρωτοβουλία ανήκε στον δραστήριο όμιλο ΛΟΑΤ φοιτητών του Πανεπιστημίου Κύπρου και έλαβε πάρα πολλά θετικά σχόλια.

Εντούτοις δεν έλειψαν και τα αρνητικά από τα οποία προκύπτουν δύο ενδιαφέροντα συμπεράσματα. Το πρώτο είναι το επιχείρημα με το εξής μοτίβο. «Είμαι ανοιχτόμυαλος, δεν έχω πρόβλημα, ας κάνουν ό,τι θέλουν, αλλά, σπίτι τους!». Ακούγεται πολύ λογικό δεν είναι; Να κάνει ο κάθε «παράξενος» σπίτι του ό,τι θέλει για να έχουμε εμείς οι υπόλοιποι οι «κανονικοί» όλο τον δημόσιο χώρο για τους εαυτούς μας. Επειδή διαφορετικά, πάρα πολλοί νιώθουν ότι το καθετί που βρίσκεται στον δημόσιο χώρο πρέπει να τυγχάνει της έγκρισής τους, όχι απλά της αποδοχής τους.

Όμως η σεξουαλικότητα της καθεμιάς και του καθενός δεν υπόκειται σε εγκρίσεις, ούτε στα φιλάνθρωπα συναισθήματα της πλειοψηφίας. Η ισότητα, η αποδοχή και η μη διάκριση δεν είναι ζήτημα ελεημοσύνης αλλά ανθρώπινων ατομικών δικαιωμάτων.

Το δεύτερο μοτίβο που προέκυπτε τακτικά μέσα από τις αντιδράσεις στην πρωτοβουλία του πανεπιστημίου είχε να κάνει με τον συμβολισμό που έχει για τους περισσότερους η σημαία. Η σημαία είναι συνδεδεμένη με το έθνος, με την εθνική υπόσταση, την ιστορία, και τους εθνικούς αγώνες. Αποτελεί το βασικό σύμβολο αυτού που ο Άντερσον όριζε ως μια «φαντασιακή πολιτική κοινότητα» με συγκεκριμένα και περιορισμένα ομογενοποιημένα χαρακτηριστικά.

Η εικόνα της σημαίας του ουράνιου τόξου να κυματίζει δίπλα στις άλλες έξω από το δημόσιο πανεπιστήμιο εξόργισε κάποιους οι οποίοι το θεώρησαν ανεπίτρεπτο. Ωσάν η πολύχρωμη σημαία που αναρτήθηκε συμβολικά για μία ημέρα τους έβαλε αυτόματα όλους κάτω από τα χρώματά της και τους ένωσε φαντασιακά με τη ΛΟΑΤ κοινότητα. Η αλήθεια είναι ότι όλοι μας ανεξαιρέτως ανήκουμε σε πάρα πολλές κοινότητες και μεταφέρουμε πάρα πολλές ταυτότητες και ο μοναδικός τρόπος για να μπορούμε να συνυπάρχουμε αρμονικά, δίκαια και ισότιμα είναι με το να αποδεχόμαστε ο ένας τη διαφορετικότητα του άλλου μακριά από πλειοψηφικές λογικές.

Είχα σκοπό να ολοκληρώσω το παρόν άρθρο με έναν τόνο αισιοδοξίας για την κατά τα άλλα τεράστια πρόοδο που έχει επιτευχθεί γύρω από τα ΛΟΑΤ ζητήματα και στη χώρα μας και στην Ευρώπη και κυρίως ανάμεσα στη νέα γενιά. Εντούτοις μόλις πριν από λίγη ώρα ενημερώθηκα -ανεπίσημα- ότι η σημαία που αναρτήθηκε επετειακά για 24 ώρες ως σύμβολο αλληλεγγύης και αποδοχής το ίδιο βράδυ βανδαλίστηκε από κάποιους οι οποίοι έκοψαν το σχοινί του ιστού στέλνοντας έτσι ξεκάθαρο μήνυμα μίσους. Οπότε ο δρόμος της αποδοχής δεν ήταν, δεν είναι και δεν θα γίνει ποτέ εύκολος. Επειδή ακόμη και σήμερα, εν έτει  2018 -ορισμένοι- με πράξεις πολιτικής βίας, επιδιώκουν να εκφοβίσουν και να στείλουν το μήνυμα ότι μπορούν επιβληθούν είτε με τον ένα, είτε με τον άλλο τρόπο.

Η μόνη δημοκρατική απάντηση είναι να μην επιτρέψουμε ποτέ, στον φόβο που επιδιώκουν να δημιουργήσουν, να εξαπλωθεί στην κοινωνία μας και προπάντων στα μυαλά των νέων παιδιών αυτής της χώρας.

Μια του κλέφτη, δυο του κλέφτη

Αντισυνταγματικό έκρινε το ανώτατο δικαστήριο το νόμο με τον οποίο η βουλευτική έδρα της Λεμεσού (ξανά)δόθηκε πριν από ένα χρόνο στον Γ. Παπαδόπουλο του κινήματος Αλληλεγγύη. 

Από την πολυσέλιδη απόφαση του Ανωτάτου ξεχωρίζω μία παράγραφο η οποία αποτελεί κατά την άποψή μου και την ουσία της υπόθεσης. Το δικαστήριο έκρινε το εξής, “Εφόσον η βουλευτική έδρα ουδέποτε καταλείφθηκε, νόμιμα, από την κα Θεοχάρους ή τον κ. Παπαδόπουλο, η έδρα ουδέποτε περιήλθε νόμιμα και στο Κίνημα Αλληλεγγύη και επομένως δεν τίθεται θέμα εφαρμογής του αναλογικού συστήματος δια της επιλογής του πρώτου επιλαχόντος του Κινήματος στη Λεμεσό.”

Με απλά λόγια, αυτό που λέει το δικαστήριο είναι ότι, η έδρα παρέμεινε αδιάθετη από την αρχή. Επειδή, με τη μη εμφάνιση της Ελένης Θεοχάρους στην ορκωμοσία την αποποιήθηκε. Οπότε, όποια συζήτηση περί αναπλήρωσης της θέσης πρακτικά δε μπορεί να υφίσταται.  Πέραν της νομικής διάστασης όμως υπάρχει ακόμη μία διάσταση που καθιστά το ζήτημα όχι απλά νομικό αλλά πρωτίστως ηθικό. Αυτή είναι η διάσταση της πονηριάς ή καλύτερα της κουτο-πονηριάς που μας οδήγησε δύο χρόνια μετά ακόμη να συζητάμε την 56η έδρα. 

Γιατί αυτό που προηγήθηκε ήταν ένα διπλό ξεγέλασμα. Η Ε. Θεοχάρους ξεγέλασε μια τους ψηφοφόρους του ΔΗΣΥ κι άλλη μια τους ψηφοφόρους της Αλληλεγγύης. Μια ως υποψήφια ευρωβουλευτής για να φύγει κραυγαλέα από το κόμμα που την εξέλεξε μερικούς μήνες αργότερα, δυο, ως υποψήφια βουλευτής για να αποποιηθεί της θέσης εξίσου προκλητικά λίγες μέρες μετά.

Επειδή, ακόμη και αν καλοπροαίρετα της πιστώσουμε ξαφνική μέγιστη πολιτική διαφωνία για την πρώτη περίπτωση, δε μπορούμε παρά να την πιστώσουμε με προσωπικό οικονομικό συμφέρον για τη δεύτερη. Καθώς η ίδια γνώριζε πάρα πολύ καλά, ότι τυχόν εμφάνισή της στη νενομισμένη διαβεβαίωση και παραίτησή της στη συνέχεια θα της στερούσε αυτόματα την έδρα στην ευρωβουλή. Αλλά κατά τη λαϊκή σοφία του λαού μας, «μια του κλέφτη, δυο του κλέφτη, η τρίτη είναι του νοικοκύρη». 

Το δυστύχημα είναι ότι από την αρχή δεν έγινε σωστή συνταγματική διαχείριση. Επειδή το σύνταγμά μας δεν προνοεί για μη καταληφθείσα θέση αλλά μόνο για κενωθείσα. Η έδρα της Αλληλεγγύης ποτέ δεν καταλείφθηκε.

Το Ανώτατο έκρινε επίσης ότι το περσινό εγχείρημα της Βουλής να τροποποιήσει το άρθρο 35, ότι δεν έχει αναδρομική ισχύ. Οπότε οποιεσδήποτε νεοφανείς εισηγήσεις για αλλαγή του συντάγματος για να «βολευτεί» το πρόβλημα στερούνται σοβαρότητας, δε μπορούν να ισχύσουν αναδρομικά, ούτε και είναι δεοντολογικά ορθό να προβαίνεις σε συνταγματικές αλλαγές –όχι επειδή κρίνονται ως απαραίτητες για τη λειτουργία της δημοκρατίας – αλλά, για να νομιμοποιήσεις προηγούμενα σφάλματα και παραλείψεις.  

Μόνη αποτελεσματική θεραπεία είναι η αναπληρωματική εκλογή για τη βουλευτική έδρα της Λεμεσού την οποία η ίδια η Αλληλεγγύη και η Πρόεδρός της απαρνήθηκε. Η οποία εκλογή μπορεί να συνδυαστεί με τις επερχόμενες ευρωεκλογές για να ελαχιστοποιήσει το δημόσιο διοικητικό και οικονομικό βάρος.  

Όσο αφορά τέλος τοποθετήσεις περί αλλοίωσης της λαϊκής βούλησης, δικαιότερο είναι αυτά να απευθύνονται στην ίδια την Πρόεδρο του κινήματος αντί προς τους εκλογείς της Λεμεσού, επειδή όντως αυτή τη φορά θα είναι η σειρά του …νοικοκύρη.

Μονόδρομος η επανέναρξη των συνομιλιών

Την ώρα που οι συζητήσεις συνεχίζονται σε έντονο ύφος, σε διάφορα επίπεδα, εντός της κάθε κοινότητας αλλά και αναμεταξύ τους εκείνο το οποίο παραμένει ως βασικό ζητούμενο είναι να βρεθεί η φόρμουλα επανέναρξης των συνομιλιών το συντομότερο. Γιατί πέρα από τις επιμέρους σοβαρές διαφωνίες που έχουν ανακύψει στα κρίσιμα ζητήματα που αφορούν στην ασφάλεια και τις εγγυήσεις εκείνο το οποίο παραμένει ως γεγονός είναι ότι, Αναστασιάδης και Ακιντζί -μαζί με τις διαπραγματευτικές τους ομάδες- πέτυχαν να καλύψουν πάρα πολλά ουσιαστικά κεφάλαια στο κυπριακό και να καταλήξουν σε σημαντικές συγκλίσεις.

Οι ίδιοι οι Μαυρογιάννης και Ναμί με δημόσιες τους τοποθετήσεις συμφωνούν ότι πλέον το Κυπριακό δε χρειάζεται χρόνο αλλά τρόπο. Ενώ ο ίδιος ο Γενικός Γραμματέας των Ηνωμένων Εθνών έχει τοποθετηθεί επίσης δημόσια για το κρίσιμο θέμα των εγγυήσεων κάνοντας σαφές ότι δε θεωρεί ούτε αναγκαία αλλά ούτε και λογική τη συνέχισή τους. Πετύχαμε πάρα πολλά. Τα οποία μπορεί σήμερα να τα καλύπτει το βαρύ κλίμα που υπάρχει μεταξύ των δύο ηγετών και η ευρύτερη ένταση που διέπει τις ελληνοτουρκικές σχέσεις, εν τούτοις εκείνο που παραμένει στο τραπέζι είναι ένα σχεδόν ολοκληρωμένο σχέδιο επίλυσης του κυπριακού. Αυτή είναι η ουσία και αυτό είναι που πρέπει να κρατάμε ως δεδομένο.

Όμως, στην πολιτική τα πάντα ρεί. Ο παράγοντας χρόνος δεν πρέπει να υποτιμηθεί. Όσο ο χρόνος πέρνα οι συγκλίσεις θα ξεθωριάζουν, νέα άτυπα δεδομένα θα μπαίνουν στο τραπέζι, θα εισαχθούν ιδέες για λύσεις δύο κρατών, συνομοσπονδίας, κλπ. Η κάθε προσπάθεια θα δίνει τη θέση της σε νέες αντεγκλήσεις και η κυπριακή κοινωνία ένθεν και ένθεν της πράσινης γραμμής θα παγιώνει στην αντίληψή της ότι το κυπριακό θα παραμείνει για πάντα ένα άλυτο πρόβλημα.

Γι αυτό η επίσημη επανέναρξη των συνομιλιών δεν πρέπει να καθυστερήσει άλλο. Το «συμφωνούμε ότι διαφωνούμε» δεν είναι αρκετό ούτε εποικοδομητικό. Από τη στιγμή που η μέθοδος της επιδιαιτησίας έχει απορριφθεί δεν απομένει άλλη επιλογή από το να βρουν μόνες τους οι δύο πλευρές διέξοδο από το τέλμα της ακινησίας ή να αναζητήσουν βοήθεια.

Κλείνοντας, θεωρώ ότι η καθαρή νίκη και επανεκλογή του Νίκου Αναστασιάδη για δεύτερη –και τελευταία όπως ο ίδιος τόνισε- θητεία στην προεδρία της Δημοκρατίας σε συνάρτηση με την παρουσία του Μουσταφά Ακιντζί στην ηγεσία των Τουρκοκυπρίων συνθέτουν τις βάσεις για μία τελευταία ιστορική ευκαιρία επίλυσης του κυπριακού. Αν η ευκαιρία αυτή εξανεμιστεί δίχως προηγούμενη σοβαρή και επίπονη προσπάθεια τότε λίγη έως ελάχιστη σημασία θα έχει η κατανομή της ευθύνης. Επειδή το αποτέλεσμα θα είναι το ίδιο και θα είναι εξίσου αρνητικό για την πολιτική κληρονομιά που θα κληροδοτήσουν στις επόμενες γενιές οι ιστορικοί ηγέτες Αναστασιάδης και Ακιντζί.


Scroll to top