Month: February 2020

Συνέντευξη στο site cytimes


Η Αμμόχωστος επανέρχεται στο προσκήνιο. Η Τουρκία αναγγέλλει σχεδιασμούς για τα Βαρώσια, ενώ ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας επανάφερε την εισήγηση για σύσταση κοινής επιτροπής, χωρίς όμως να υπάρξει θετική ανταπόκριση. Έχετε κάποια πληροφόρηση για τα δεδομένα;

Θεωρώ ότι τα πράγματα είναι ήδη εξαιρετικά δύσκολα καθώς και ότι η Τουρκία θα πιέσει για τις δικές της θέσεις προβάλλοντας το θέμα της Αμμοχώστου ως μοχλό πίεσης. Υπάρχει επίσης σοβαρή πιθανότητα η Τουρκία να μας αιφνιδιάσει καταθέτοντας προτάσεις τύπου, «ελάτε να συζητήσουμε σε όποια βάση θέλετε». Γι’ αυτό και η δική μας πλευρά οφείλει να είναι προετοιμασμένη για να πάρει την πρωτοβουλία των κινήσεων και να προτάξει εξ αρχής τις θέσεις της. Το ζήτημα της Αμμοχώστου είναι ιδιαίτερα κρίσιμο και πρέπει να αποτελέσει προτεραιότητα καθώς και να τύχει πολύ προσεκτικού χειρισμού. Η πρόταση που επανέφερε ο Πρόεδρος θεωρώ ότι είναι ορθή, λογική και συναινετική. Πιστεύω όμως, ότι όλα θα κριθούν στο πλαίσιο της νέας προσπάθειας για διαπραγμάτευση που θα πρέπει να ξεκινήσει άμεσα μετά τις λεγόμενες εκλογές στα κατεχόμενα. Τουλάχιστον αυτή είναι και αυτή πρέπει να είναι η απαίτηση της πλευράς μας.

Με βάση τους σχεδιασμούς των Ηνωμένων Εθνών, στη βάση και της τριμερούς του Βερολίνου, εξελίξεις στο Κυπριακό θα πρέπει να αναμένονται μετά τη διαδικασία στα κατεχόμενα για ανάδειξη ηγέτη της Τκ κοινότητας. Επειδή διατηρείτε επαφές με την Τκ κοινότητα μπορείτε να μας πείτε την εκτίμησή σας για τις «εκλογές»;

Αναμφίβολα ένας Τουρκοκύπριος πολιτικός που παραμένει προσηλωμένος στον σκοπό και τη συμφωνημένη βάση της λύσης του Κυπριακού όπως ο Μουσταφά Ακκιντζί ο οποίος μάλιστα υπόκειται σε αυτή την προσπάθεια της Άγκυρας να τον αποδομήσει με κάθε δυνατό τρόπο θα είναι πιο εποικοδομητικός συνομιλητής. Πιθανή επανεκλογή του, θα σημαίνει ισχυρή εντολή προς τη λύση ομοσπονδίας. Βεβαίως αυτό από μόνο του δεν είναι αρκετό για να καταλήξουμε σε συμφωνημένο πλαίσιο λύσης, καθώς χρειάζεται να ξεπεράσουμε τον σκόπελο αναφορικά με την πρακτική εφαρμογή της αρχής της πολιτικής ισότητας, το θέμα της ασφάλεια, καθώς και άλλα ζητήματα που έχουν ανακύψει από την προηγούμενη προσπάθεια. Θα πρέπει να πιστωθεί στον Πρόεδρο Αναστασιάδη και στον Μουσταφά Ακκιντζί ο τεράστιος δρόμος που έχουν καλύψει στη διαπραγμάτευση. Από εκεί και πέρα βέβαια, όποιο και αν είναι το αποτέλεσμα στις λεγόμενες εκλογές, η δική μας η πλευρά οφείλει την επόμενη ημέρα να καλέσει τον νέο Τουρκοκύπριο ηγέτη σε άμεση επανεκκίνηση της διαπραγμάτευσης στη βάση των όσων συμφωνήθηκαν στο Βερολίνο.   

Αναμφίβολα τυχόν απομάκρυνση του Ακκιντζί θα συνιστά οπισθοδρόμηση και σε κάθε περίπτωση θα ανατρέπει τα υφιστάμενα δεδομένα. Πιστεύετε όμως ότι ο εκάστοτε Τκ ηγέτης, έχει την πολυτέλεια να διαφοροποιείται σε ουσιαστικά ζητήματα από την πολιτική της τουρκικής κυβέρνησης;

Δυστυχώς για ζητήματα που αφορούν στα γεωστρατηγικά συμφέροντα της Τουρκίας καθώς και στην εξασφάλιση των μελλοντικών της στόχων η Τουρκία ποτέ δε θα αφήσει τους «υποτελείς» (όπως η ίδια τους αντιλαμβάνεται) Τουρκοκύπριους να επιβάλουν την θέλησή τους. Ο κ. Ακκιντζί έχει διαφοροποιηθεί από την Τουρκία για διάφορα ζητήματα. Κυρίως, αυτή τη στιγμή το διακύβευμα στα κατεχόμενα είναι το κατά πόσο η Τουρκοκύπριοι θα διατηρήσουν την αυτονομία τους. Από τη δική μας την πλευρά, πέρα του αισθήματος ασφάλειας που δικαιούνται οι Ελληνοκύπριοι θα πρέπει να απευθυνόμαστε και στη σημαντική μερίδα Τουρκοκυπρίων η οποία νιώθει ανασφάλεια έναντι των Ελληνοκυπρίων. Που θεωρεί ότι δίχως την παρουσία της Τουρκίας, οι Ελληνοκύπριοι θα κυριεύσουν οικονομικά, πολιτισμικά και εμπορικά το νησί, καθιστώντας τους μία μίζερη μειοψηφία. Γι’ αυτό είναι που χρειάζονται συνταγματικές ρήτρες που θα δημιουργούν δικλείδες ασφαλείας για την Τουρκοκυπριακή κοινότητα, δίχως από την άλλη βεβαίως να ποδηγετούν τη λειτουργικότητα του κράτους.

Θα ήθελα μια εκτίμηση για το φαινόμενο Ερντογάν. Πριν από 15 χρόνια ήταν ο πολλά υποσχόμενος πολιτικός στον οποίο επένδυε η ΕΕ και η διεθνής κοινότητα. Σήμερα όμως παρουσιάζεται σχεδόν μεταμορφωμένος. Πού αποδίδετε αυτή την αλλαγή.

Ο Ερντογάν παρουσίαζε από την αρχή μία παραδοξότητα. Εκλέχτηκε δίχως τη στήριξη του στρατού και υποστηριζόμενος από τους ισλαμικούς κύκλους τους οποίους τουλάχιστον η αστική και φιλοκοσμική τάξη στην Τουρκία έβλεπαν με πολύ μεγάλη καχυποψία. Την ίδια ώρα είχε ένα πιο προοδευτικό και φιλοευρωπαϊκό λόγο από ότι αναμενόταν. Στην πορεία ο ίδιος αναθεώρησε τις σχέσεις του με τη δύση και ειδικότερα τον στόχο ένταξης της Τουρκίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Η στροφή έγινε όταν συνειδητοποίησε ότι η ενταξιακή πορεία της χώρας του διερχόταν μέσα από τον εκ βάθρων εκδημοκρατισμό της με τρόπο που ο ίδιος τουλάχιστον δεν επιθυμούσε. Στη συνέχεια εξέλιξε ένα νέο μεγαλοϊδεατισμό αναφορικά με τον ηγετικό ρόλο που μπορούσε δυνητικά να διαδραματίσει η Τουρκία στον ισλαμικό κόσμο. Μετά όμως και από την ήττα της αραβικής άνοιξης και το αιματοκύλισμα στην Μέση Ανατολή η Τουρκία μπήκε σε μία αντιπαράθεση υψηλών τόνων με το Ισραήλ, τις ΗΠΑ και γείτονες χώρες πράγμα το οποίο σε συνδυασμό και με τις συχνές και κατάφωρες παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων στο εσωτερικό της χώρας έχουν κατατάξει πλέον τον Ερντογάν ως ένα αναξιόπιστο εταίρο στα μάτια της Ε.Ε. και του ΝΑΤΟ. Παρόλο όμως το πλήγμα στην αξιοπιστία του Ερντογάν η Τουρκία παραμένει μία ισχυρή χώρα από άποψη εμπορική και στρατιωτική και βεβαίως είναι ένας εταίρος ο οποίος δύσκολα θα απολέσει την στρατηγική σημασία που έχει η γεωγραφία και το μέγεθος του για τις μεγάλες δυνάμεις.

Εκτιμάτε ότι η Τουρκία είναι έτοιμη για το μεγάλο βήμα στο Κυπριακό ώστε να ικανοποιήσει τις μίνιμουμ προσδοκίες της πλευράς μας, ιδιαίτερα στο θέμα της ασφάλειας (εγγυήσεις και στρατεύματα);

Θεωρώ ότι η Τουρκία πολύ δύσκολα θα υποχωρήσει στα θέματα ασφάλειας και εγγυήσεων εάν δεν έχει εξασφαλίσει πρώτα τα δικά της συμφέροντα στην περιοχή. Από την άλλη τα θέματα της ασφάλειας αξιολογούνται πολύ ψηλά από την πλειοψηφία των Ελληνοκυπρίων. Γι’ αυτό θα πρέπει να σκεφτούμε λύσεις έξω από το υφιστάμενο πλαίσιο για να πείσουμε τον κόσμο για την ομαλή μετάβαση από τη σημερινή κατάσταση στην μελλοντική. Εξίσου σημαντικό θεωρώ ότι είναι η πολιτική ηγεσία να διασαφηνίσει τις προσδοκίες της και να θέσει τα διλήμματα στον λαό με ειλικρίνεια για να μην καλλιεργηθούν ψευδαισθήσεις στις οποίες στη συνέχεια θα βρεθούμε εγκλωβισμένοι.

Αυτές τις μέρες συμπληρώνονται δύο χρόνια της δεύτερης θητείας της διακυβέρνησης Αναστασιάδη και θα ήθελα μια γενική αποτίμηση για το έργο που έγινε αλλά και για εκείνα που πρέπει να μπουν σε προτεραιότητα.

Θεωρώ ότι οφείλουμε να πιστώσουμε την κυβέρνηση με το εξής, ότι η συνετή διαχείριση και ο εξορθολογισμός στα δημόσια οικονομικά, έβγαλε τη χώρα από την περιδίνηση της οικονομικής κρίσης. Οφείλουμε να τονίσουμε πως η ανεργία έχει σημειώσει κατακόρυφη πτώση. Από το 17% στο 6%. Οι προϋπολογισμοί είναι ισοσκελισμένοι με αποτέλεσμα η ανάπτυξη ναέχει περάσει στην πραγματική οικονομία. Στο εισόδημα των εργαζομένων που σήμερα βρίσκεται σε επίπεδα προ κρίσης.

Επιπλέον τα τελευταία χρόνια η κυβέρνηση έχει προωθήσει και ολοκληρώσει μεταρρυθμίσεις που περιλαμβάνουν τη μείωση της στρατιωτικής θητείας και την αναδιοργάνωση της Εθνικής Φρουράς, τη θέσπιση του Ελάχιστου Εγγυημένου Εισοδήματος, τη δημιουργία σημαντικών Υφυπουργείων στους παραγωγικούς τομείς της οικονομίας, την εμπορικοποίηση του Λιμανιού της Λεμεσού, τη σταδιακή κατάργηση του καταλόγου διοριστέων, και φυσικά την εφαρμογή και την υλοποίηση του ΓΕΣΥ.

Μεταρρυθμίσεις που αποδεικνύουν ότι κάνουμε πράξη τις πολιτικές μας εξαγγελίες. Σήμερα πλέον προωθούμε βήμα-βήμα τη μεταρρύθμιση στη Δικαιοσύνη, τη μεταρρύθμιση στη Δημόσια Υπηρεσία, την Ηλεκτρονική Διακυβέρνηση, τη Γεωργική Ασφάλιση, την Προσφυγική Πολιτική, την Περιφερειακή και Οικοδομική Ανάπτυξη και ασφαλώς την Παιδεία.

Επιπλέον βρίσκεται στα σκαριά η μεταρρύθμιση της Τοπικής Αυτοδιοίκησης, μια μεταρρύθμιση που αλλάζει ριζικά τον τρόπο λειτουργίας του κράτους, τόσο σε τοπικό όσο και κεντρικό επίπεδο. Που πέραν των δομικών αλλαγών, δημιουργεί και εξοικονομήσεις δεκάδων εκατομμυρίων ως πρόσθετο έσοδο για την κοινωνία, που δεν προέρχονται ούτε από την αύξηση δαπανών, ούτε από αύξηση της φορολογίας αλλά ως χειροπιαστό αποτέλεσμα μιας μεταρρύθμισης.

Με ποιες προσδοκίες και συναισθήματα βρεθήκατε στο βουλευτικό έδρανο; Τί είναι εκείνο που θέλετε να αφήσετε ως πολιτικό αποτύπωμα;

Η προσπάθειά μου είναι να είμαι συνεπής πολιτικά και παραγωγική κοινοβουλευτικά. Πολιτικά επιδιώκω να παραμένω πιστή στις αρχές της σύγχρονης φιλελεύθερης δεξιάς, με λόγο μετριοπαθή και κοινωνικά ευαίσθητο.

Κοινοβουλευτικά, οι Επιτροπές στις οποίες συμμετέχω είναι, η Επιτροπή Εσωτερικών Υποθέσεων, η οποία πολύ σύντομα θα έχει ενώπιον της να εξετάσει τη μεταρρύθμιση της τοπικής αυτοδιοίκησης, η οποία είναι μία καίριας σημασίας συζήτηση για ένα ζήτημα το οποίο αφορά και επηρεάζει άμεσα τις ζωές των πολιτών. Κατ’ επέκταση αποδίδω ένα ειδικό βάρος στη μελέτη και συζήτηση όλων των προεκτάσεων αυτής της μεταρρύθμισης παράλληλα βεβαίως και με όλα τα υπόλοιπα θέματα που βρίσκονται ενώπιον της Επιτροπής. 

Σε προτεραιότητα μου είναι επίσης όλα τα ζητήματα που άπτονται των ανθρωπίνων δικαιωμάτων γι’ αυτό και έχω επιδιώξει να συμμετάσχω στην αρμόδια κοινοβουλευτική Επιτροπή. Έχω μια προσωπική έγνοια και ευαισθησία για τα θέματα αυτά γιατί άπτονται άμεσα της ποιότητας της δημοκρατίας και των θεσμών.

 

Απαραίτητη θεωρώ τέλος την άσκηση του κοινοβουλευτικού ελέγχου σε θεσμούς της δημοκρατίας με σκοπό την ενίσχυση της χρηστής διοίκησης, της διαφάνειας και της αξιοκρατίας, στόχους που επιδιώκει η επιτροπή Θεσμών στην οποία επίσης  συμμετέχω.

Τα δικαιώματα της γυναίκας βρίσκονται στην πρώτη γραμμή της επικαιρότητας, μετά από την πρωτοβουλία που άρχισε σε επίπεδο κοινωνίας των πολιτών. Δεν νομίζετε ότι η κοινωνία πλέον έχει ωριμάσει αρκετά ώστε να μην θεωρεί το φύλο ως κριτήριο επιλογής, είτε για πολιτικό αξίωμα, είτε για μια ανώτερη επαγγελματική θέση;

Η πρώτη φορά που άκουσα τον όρο «κοινωνικό φύλο» ήταν όταν ήμουν πρωτοετής φοιτήτρια στο τμήμα Κοινωνικών και Πολιτικών Επιστημών του Πανεπιστημίου Κύπρου.  Τότε μπορούσα να κατανοήσω τον ορισμό του όρου και το ότι οι ταυτότητες κατασκευάζονται ιστορικά, κοινωνικά και πολιτικά αλλά, η αλήθεια είναι ότι πέρασαν έκτοτε αρκετά χρόνια για να έχω πλήρη κατανόηση και αντίληψη των διακρίσεων στη βάση του φύλου και δεν αναφέρομαι στις φανερές διακρίσεις τύπου, πληρώνεσαι λιγότερο για την ίδια εργασία, αλλά, για τις έμμεσες και κρυμμένες διακρίσεις που είναι πολύ πιο προβληματικές και επικίνδυνες. Μιλάμε για στερεότυπα δεκαετιών αναφορικά με τις δεξιότητες της γυναίκας, τη σεξουαλικότητά της, τις κοινωνικές νόρμες συμπεριφοράς κλπ. Στην πολιτική όμως αντιμετωπίζουμε και κάτι άλλο εμείς οι γυναίκες. Συχνά μετατρεπόμαστε σε «αόρατες».  Νομίζω το ίδιο συμβαίνει ορισμένες φορές και στην ακαδημία και στα διοικητικά συμβούλια μεγάλων οργανισμών. Σε αυτούς τους τομείς απαιτείται μια συνεχής προσπάθεια, 1ογια να είσαι ορατή και 2ο για να θεωρείσαι ισάξια. Οπότε καταλήγοντας, θα έλεγα ότι ο δρόμος για την ουσιαστική και όχι απλά την τυπική ισότητα είναι ακόμη μακρύς και δύσκολος.

 

 

Scroll to top