Blog

Τελευταία Νέα

Ρόλοι και Δικαιώματα Εκκλησίας και Πολιτείας*

Με αφορμή τη δημόσια αντιπαράθεση μεταξύ του Αρχιεπισκόπου Κύπρου και του βουλευτή κ. Χρήστου Πουργουρίδη, προκύπτει ξανά το ζήτημα της διάκρισης των ρόλων μεταξύ κράτους και εκκλησίας. Τίθενται επίσης θέματα όπως το δικαίωμα παρέμβασης ή μη της εκκλησίας στο εθνικό ζήτημα.
Πιστεύω ότι σε μια δυτική και φιλελεύθερη κοινωνία που είναι ώριμη δημοκρατικά, η διάκριση των ρόλων θα έπρεπε να εξυπακούεται. Θα ήταν εμπεδωμένο το αξίωμα «τα του Kαίσαρος τω Καίσαρι και τα του Θεού τω Θεώ». Οι ρόλοι θα ήταν ξεκάθαροι δίχως να τίθεται ζήτημα «δικαιωμάτων». Οι ξεκάθαροι ρόλοι θα οριοθετούσαν και το πεδίο δράσης του κάθε φορέα. Σε αυτή την περίπτωση, οι θρησκευτικοί ηγέτες θα ασχολούνταν με τη σωτηρία των ψυχών και ίσως να έκαναν σεμνές πολιτικές παρεμβάσεις που θα αφορούσαν φιλανθρωπικά θέματα, όπως για παράδειγμα την εξάλειψη της φτώχειας, ή ηθικά ζητήματα όπως το κατά πόσο είναι επιτρεπτή η ευθανασία.
Στην Κύπρο, για ιστορικούς κυρίως λόγους, αποτελεί «κεκτημένο» για τους θρησκευτικούς αρχηγούς η πολιτική παρέμβαση, δηλαδή, η από πλευράς τους προώθηση μιας συγκεκριμένης πολιτικής άποψης για τη λύση του κυπριακού με ότι αυτό συνεπάγεται (διανομή βιβλίων, εγκυκλίων, πολιτικές δηλώσεις, αφορισμός των διαφωνούντων κλπ).
Οπότε προκύπτει το ερώτημα: Έχουν το δικαίωμα ο Αρχιεπίσκοπος και οι θρησκευτικοί ηγέτες να προβαίνουν σε πολιτικές παρεμβάσεις; Κατά την άποψη μου εάν το ερώτημα τεθεί σε αυτή τη βάση, η απάντηση που θα έδινα θα ήταν καταφατική. Δηλαδή πως ναι, σε μια δημοκρατία το δικαίωμα της άποψης κατοχυρώνεται για όλους.
Βεβαίως, η άποψη του Αρχιεπισκόπου δεν είναι εκ των πραγμάτων το ίδιο με την άποψη ενός ακαδημαϊκού, ενός δημοσιογράφου ή του επικεφαλής μιας Μη Κυβερνητικής Οργάνωσης. Ο Αρχιεπίσκοπος, επενδυμένος με τη «θεία δύναμη», την οικονομική ευχέρεια και το μονοπώλιο χρήσης των εκκλησιών, διεκδικεί να κατοχυρώσει την άποψή του ως ηγέτης αντίστοιχος (εάν όχι ανώτερος) των πολιτικών ηγετών.
Όμως, η πολιτική άποψη του Αρχιεπισκόπου δεν έχει την ίδια διάσταση ευθύνης που έχει η άποψη για το θέμα ενός εκλεγμένου αξιωματούχου. Γιατί οι εκλεγμένοι εκπρόσωποι του λαού κρίνονται σε κάθε εκλογική αναμέτρηση για τις εκτιμήσεις τους, ενώ ο Αρχιεπίσκοπος όχι.
Επίσης, ένα άλλο εξίσου σοβαρό ζήτημα αφορά στο δικαίωμα όλων των υπόλοιπων στην κριτική. Εδώ νομίζω είναι που εντοπίζω και το σοβαρότερο δημοκρατικό έλλειμμα στις σχέσεις κράτους-εκκλησίας στην Κύπρο σήμερα. Το δικαίωμα στην άποψη που έχει ο Αρχιεπίσκοπος, ορισμένοι θεωρούν πως, μπορεί να «αφαιρεί» από τους υπόλοιπους το δικαίωμά τους στο να τον κρίνουν, να διαφωνούν ή να χαρακτηρίζουν τις απόψεις του όπως οι ίδιοι επιθυμούν. Όποιοι και να είναι οι λόγοι που ορισμένοι πολιτικοί αρχηγοί πιστεύουν το πιο πάνω (οικονομικοί, θρησκευτικοί ή άλλοι), το βέβαιο είναι, πως πλήττει τη σύγχρονη δημοκρατία και το δημόσιο διάλογο.
Ενώ τέλος, ο ίδιος ο Αρχιεπίσκοπος θα όφειλε κατά την άποψή μου, ως ελαχίστη ηθική υποχρέωση, όταν παίρνει θέση για εθνικές διενέξεις να το πράττει παραθέτοντας λογικά πολιτικά επιχειρήματα και αποδεχόμενος την κριτική δίχως αφορισμούς του τύπου «άθεοι δικτάτορες» και κυρίως, χωρίς να περιβάλλει την πολιτική του άποψη με τη «θεία πρόνοια» χαρακτηρίζοντας τον εαυτό του ως «θείο δημιούργημα».

Επτά χρόνια … επτά λάθη …*

Το Ανορθωτικό Κόμμα Εργαζομένου Λαού (ΑΚΕΛ) βρίσκεται στην εξουσία ως κυβερνών ή συγκυβερνών κόμμα τα τελευταία 7 χρόνια. Αυτά τα χρόνια υπήρξαν τα πιο καθοριστικά στην πορεία του κυπριακού μετά το’74. Κατά το διάστημα αυτό, η εποχή υπήρξε ιστορική γιατί ήταν η πρώτη φορά που είχαμε ένα καταιγισμό εξελίξεων τόσο πριν όσο και μετά την κατάθεση του πρώτου ολοκληρωμένου σχεδίου λύσης του κυπριακού. Τα κόμματα έπρεπε να πάρουν πραγματικές αποφάσεις αφού υπήρχαν πραγματικά πολιτικά διακυβεύματα. Αυτή την κρίσιμη εποχή λοιπόν, το ΑΚΕΛ, έκανε επτά σημαντικά πολιτικά λάθη που επηρέασαν αρνητικά την προσπάθεια εξεύρεσης λύσης στο κυπριακό.
Λάθος 1ο
Η απόφαση του ΑΚΕΛ να υποστηρίξει το 2002 τον Τάσσο Παπαδόπουλο σηματοδοτούσε την ίδια ώρα τον ενταφιασμό της λύσης του κυπριακού για την επόμενη πενταετία. Εκ των υστέρων πιστεύω ότι δικαιώνονται πλήρως όσοι υποστήριξαν αυτή τη θέση τότε. Οι δικαιολογίες του ΑΚΕΛ, ότι δεν υπήρχε κινητικότητα στο κυπριακό τον Ιούλιο του 2002 φανερώνουν ακριβώς πόσο λάθος ζύγιασε τα πράγματα.
Λάθος 2ο
Το 2003 το ΑΚΕΛ δε συναντήθηκε πολιτικά με τους Τουρκοκύπριους. Το 2003, οι Τουρκοκύπριοι έκαναν τη δική τους επανάσταση στην κατοχή. Για πρώτη φορά πήραν την τύχη στα χέρια τους και «τρύπησαν» το τείχος. Δυστυχώς το ΑΚΕΛ όπως και σχεδόν όλοι οι άλλοι δεν πήραν χαμπάρι ότι εκείνο το πρωινό του Απρίλη θα μπορούσε να αποτελέσει μια άνευ προηγουμένου λαϊκή κινητοποίηση και από τις δύο πλευρές για τον τερματισμό της κατοχής και μια νέα αρχή με τις καλύτερες προϋποθέσεις.
Αντί τούτου, κρύφτηκαν όλοι φοβισμένοι πίσω από τις δηλώσεις του Δώρου Θεοδώρου ο οποίος «προειδοποιούσε» για τους κινδύνους και την «προδοσία». Οι αρχές της Δημοκρατίας δε, έκαναν τη δουλειά τους όπως τους την επέβαλλαν οι κατοχικές δυνάμεις: έστησαν έκαναν αυστηρούς ελέγχους και ζητούσαν διατυπώσεις. Ας ευχηθούμε η ιστορία να μην γράψει μετά από χρόνια ότι το τείχος έπεσε από τους Τουρκοκύπριους και επανατοποθετήθηκε αυτόματα από τις αρχές των δύο πλευρών.
Λάθος 3ο
Η παλινωδία της απόφασης για το Σχέδιο Ανάν. Το Ναι μεν αλλά Όχι θα καταγραφεί ως ο μεγαλύτερος πολιτικός στρουθοκαμηλισμός στην ιστορία του κυπριακού. Ο Δημήτρης Χριστόφιας στις 12 Απριλίου 2004 ανακοίνωνε την απόφαση: «Σήμερα το Κόμμα μας βρίσκεται μπροστά σε ένα σχέδιο που τα θετικά του στοιχεία, με την πιθανή αποδοχή του, θα μπορούσαν, παρά τους κινδύνους, να δημιουργήσουν ελπιδοφόρα προοπτική για ειρηνική συμβίωση Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων….. το ΑΚΕΛ καλεί τα Ηνωμένα Εθνη και το διεθνή παράγοντα να προχωρήσουν στην αναβολή των δημοψηφισμάτων για μερικούς μήνες, ώστε να προηγηθεί η δυνατότητα αντικειμενικής παρουσίασης του Σχεδίου Ανάν στο λαό, να δοθεί η δυνατότητα διαπραγμάτευσής του στη βάση που αναφέραμε πιο πάνω, και κάλυψης των κενών που υπάρχουν, έτσι που να καταστεί δυνατή η έγκρισή του, από τη μεγάλη πλειοψηφία του λαού, Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων». Ακολούθησε η δαιμονοποίηση του σχεδίου με πρόσχημα να μη «πληγεί» η δική μας πλευρά. Και όντως η λύση «δεν ανατινάχτηκε στον αέρα» επειδή λύση δεν αναζητήθηκε. Ανατινάχτηκαν όμως οι σχέσεις ε/κ και τ/κ.
Λάθος 4ο
Το ΑΚΕΛ δίνει κάλυψη στον τότε Πρόεδρο Τάσο Παπαδόπουλο για την πολιτική της περιρρέουσας. Η Χαραυγή μετατράπηκε σε γκεμπελική φυλλάδα και οι «αποκαλύψεις πουλημένων» δίνουν και παίρνουν. Οι πακτωλοί λάσπης κατά δημοσιογράφων, στελεχών του ΔΗ.ΣΥ, οργανώσεων νεολαίας, Μ.Κ.Ο κλπ γίνονται πρωτοσέλιδα. Το μόνο που κατάφερε να αντιτάξει ο Χριστόφιας τότε, ήταν μια θυμωμένη δήλωση με την οποία αρνιόταν κάθε κατηγορία κατά της Ελένης Μαύρου. Για όλους τους υπόλοιπους δε βρήκε λέξη…
Λάθος 5ο
Η στάση απέναντι στο ΔΗ.ΣΥ μετά την ανάληψη της εξουσίας. Το ΑΚΕΛ και ο ίδιος ο Πρόεδρος τους τελευταίους 22 μήνες καλλιεργούν συνειδητά στον κόσμο τους την πίστη ότι, ο μεγαλύτερος τους εχθρός είναι ο ΔΗ.ΣΥ (με μοναδική φωτεινή εξαίρεση τον ΑΣΤΡΑ). Το αποτέλεσμα είναι να διαδραματίζεται δημόσια ένα πολιτικό τσίρκο χωρίς προηγούμενο. Όλοι οι «σύμμαχοι» στην κυβέρνηση είναι οι χειρότεροί επικριτές της πολιτικής της κυβέρνησης! Διαφωνούν ακόμη και με τη βάση λύσης. Την ίδια ώρα, ο Χριστόφιας στηρίζεται για τους χειρισμούς στο κυπριακό αποκλειστικά από τον ΔΗ. ΣΥ με τρόπο έντιμο και ξεκάθαρο. Αλλά είναι πλέον εμφανές πως το ΑΚΕΛ θα προτιμούσε ίσως στην τελική να έχει απέναντί του ένα «κακό» ΔΗΣΥ για να μπορέσει να σκεπάσει κάτω από αυτό τα ιδεολογήματά του και να του ρίξει το βάρος της ευθύνης για τη μη λύση.
Λάθος 6ο
Είκοσι δύο μήνες μετά τη ανάληψη της προεδρίας από το ΑΚΕΛ, το κόμμα της αριστεράς εξακολουθεί να παίζει το παιχνίδι των «κακών πλουτοκρατών δεξιών», να επαναλαμβάνει τα παράλογα συνθήματα των απορριπτικών (όχι χρονοδιαγράμματα, επιδιαιτησίες κλπ) και τελευταία, να υιοθετεί μία αστεία ρητορική του τύπου «ορόσημα πολλά αλλά εμείς συνεχίζουμε τη διαπραγμάτευση». Πιστεύω ότι ο Χριστόφιας στα μάτια της διεθνούς κοινότητας κινδυνεύει πλέον σοβαρά να χάσει κάθε αξιοπιστία.
Είναι επίσης ξεκάθαρο ότι διατηρεί όπως μπορεί τις γέφυρες με ΔΗΚΟ και ΕΔΕΚ και προσβλέπει ανοικτά πλέον σε μια δεύτερη θητεία. Θεωρεί ότι ο Έρογλου θα του δώσει το τέλειο άλλοθι. Αυτό το οποίο δεν έχει συνεκτιμήσει το ΑΚΕΛ και που είναι το 7ο του λάθος είναι ότι με άλυτο το κυπριακό και τις ευθύνες να το βαραίνουν, η προσπάθεια του για επανεκλογή θα βρει απέναντί της όχι μόνο τον Έρογλου αλλά και ένα σκληρό και εθνικιστικό μέτωπο από τη συγκυβέρνηση. Αυτό σε συνδυασμό με τη κακή διαχείριση της οικονομίας δύσκολα θα του επιτρέψουν να ισορροπήσει.
Δυστυχώς όμως, μέχρι το 2013 η ελληνοκυπριακή πλευρά θα έχει χάσει κάθε πιθανότητα να λύσει το πρόβλημα στη βάση συμφωνημένης ομοσπονδίας και θα περιπέσουμε στη δίνη του αλυτρωτισμού, του λαϊκισμού και της πολιτικής υποκρισίας που εύκολα επικρατούν σε τέτοιες συνθήκες. Μέχρι που να βρεθεί ένας «προδότης» να προτείνει ίσως τη μοναδική εφικτή λύση πλέον, που θα είναι μια συμφωνημένη διχοτόμηση με αναγνώριση των τετελεσμένων. Φυσικά η διχοτόμηση δε θα είναι αυτή ακριβώς που φαντάζονται αφελώς οι σημερινοί υποστηρικτές της.

Η Νέα Ευρωπαϊκή Στρατηγική για τη Νεολαία*

“Κατά καιρούς, όλοι τοποθετούμαστε σε σχέση με την ανάγκη παροχής φροντίδας ή βοήθειας στην νέα γενιά. Το ζητούμενο όμως δεν είναι μόνο αυτό, δηλαδή το πώς να επιλύουμε για λογαριασμό των νέων τα προβλήματα. Κύριο ζητούμενο είναι πώς μπορεί η ΕΕ, αλλά και το κάθε Κράτος Μέλος χωριστά να ενδυναμώσουν τη νέα γενιά, να δώσουν τα εφόδια και τη δύναμη στους νέους, ώστε οι ίδιοι να βοηθούν τους εαυτούς τους, να λύνουν τα προβλήματά τους, μόνοι τους να δημιουργούν και να χαράσσουν το μέλλον τους”.
Από Δηλώσεις Γιώργου Παπανικολάου (Ευρωβουλευτής και εισηγητής θέματος στο Ε.Κ.)

Στις 27 Νοεμβρίου οι αρμόδιοι Υπουργοί των 27 ψήφισαν στο Συμβούλιο Υπουργών της Ε.Ε. το νέο πλαίσιο ευρωπαϊκής συνεργασίας στον τομέα της νεολαίας. Το νέο πλαίσιο που θα ισχύσει για την περίοδο 2010-2018 αναγνωρίζει πως οι νέοι έχουν καθοριστικό ρόλο να διαδραματίσουν σε κοινωνικο-οικονομικές, δημογραφικές, περιβαλλοντικές και τεχνολογικές προκλήσεις που αντιμετωπίζει η Ευρωπαϊκή Ένωση. Οι νέοι έχουν επίσης σημαντικό ρόλο στην υλοποίηση των στόχων της στρατηγικής της Λισσαβόνας για βιώσιμη ανάπτυξη και εργασία.
Την ίδια ώρα αναγνωρίζει την ιδιαίτερα αρνητική επιρροή που είχε και έχει η οικονομική κρίση στην ανεργία των νέων όπως και τις σοβαρές ελλείψεις που υπάρχουν ακόμη σε θέματα συμμετοχής και αντιπροσώπευσης των νέων στις δημοκρατικές διαδικασίες. Το νέο πλαίσιο κτίζει πάνω στην προηγούμενη εμπειρία και τονίζει την ανάγκη να μπορέσει να καταστήσει τους νέους ευρωπαίους ικανούς να πετύχουν τα μέγιστα των δυνατοτήτων τους και των ευκαιριών που έχουν, παρέχοντάς τους τα εργαλεία για να ενισχύσει την αυτονομία τους και τη θέση τους στη σύγχρονη ευρωπαϊκή κοινωνία.
Γενικοί στόχοι της νέας στρατηγικής είναι: 1ο να δημιουργήσει περισσότερες και πιο ίσες ευκαιρίες για όλους τους νέους στην εκπαίδευση και στην αγορά εργασίας και 2ο να προωθήσει την ενεργή πολιτότητα, την κοινωνική ενσωμάτωση και την αλληλεγγύη.
Το πλαίσιο αναγνωρίζει 8 βασικούς τομείς όπου προτείνει συγκεκριμένες ενέργειες στα κράτη μέλη για δράση. Αυτοί είναι: εκπαίδευση και κατάρτιση, απασχόληση και επιχειρηματικότητα, υγεία, συμμετοχή, εθελοντικές δραστηριότητες, κοινωνική ενσωμάτωση, νέοι και ο κόσμος, δημιουργικότητα και πολιτισμός.
Επίσης, η Ευρωπαϊκή Ένωση καλεί τα κράτη μέλη να αντιμετωπίσουν την πολιτική για την νεολαία με τρόπο συνεκτικό και ως «οριζόντια πολιτική» η οποία να διαπερνά όλες τους τις πολιτικές. Τα καλεί δηλαδή να λαμβάνουν υπόψη τις διαστάσεις και την επιρροή που θα έχουν στους νέους οι αποφάσεις τους σε κάθε τομέα πολιτικής.
Την ίδια ώρα η Ευρωπαϊκή Ένωση γίνεται πιο αυστηρή με τα κράτη μέλη εισάγοντας νέα εργαλεία για την υλοποίηση, την παρακολούθηση και την αξιολόγηση των δικών τους πολιτικών. Τα υποχρεώνει οι εθνικές πολιτικές για την νεολαία να βασίζονται σε έγκυρα δεδομένα και αντικειμενικές έρευνες. Η πρόοδος τους στον τομέα νεολαίας θα αξιολογείται σε ευρωπαϊκό επίπεδο κάθε τρία χρόνια. Η πρώτη αξιολόγηση συμπίπτει και με την κυπριακή προεδρία του 2012! Επίσης τα αποτελέσματα της αξιολόγησης για κάθε κράτος μέλος θα δημοσιοποιούνται με διαφάνεια και η όλη διαδικασία θα παρακολουθείται στενά από την Επιτροπή.
Καταληκτικά, η Ε.Ε. δίνει τα εργαλεία στα κράτη μέλη και ξεκάθαρες κατευθύνσεις για τη χάραξη συγκροτημένων πολιτικών για την νεολαία. Την ίδια στιγμή δίνει σε εμάς τους οργανωμένους νέους την νομιμότητα και τη δύναμη για να διεκδικήσουμε από τις κυβερνήσεις μας τον ρόλο που μας αξίζει αλλά και να έχουμε λόγο σε αυτά που θα σχεδιαστούν και που θα μας αφορούν. Ιδιαίτερα εδώ στην Κύπρο όπου τα θέματα αλλά και οι πολιτικές για την νεολαία παραπαίουν και θεωρούνται μονίμως δευτερεύον θέμα, η ανάγκη για οργανωμένη δράση εκ μέρους μας είναι απαραίτητη. Η χάραξη συγκροτημένης εθνικής πολιτικής για την νεολαία αποτελεί πλέον αναγκαιότητα.

Ο Sener και η «διαχρονικότητα» των θέσεών μας.*

«Τουρκοκύπριος τους άρπαξε την εκπροσώπηση» ήταν πρωτοσέλιδος τίτλος καθημερινής εφημερίδας την περασμένη Τετάρτη. Το δημοσίευμα αναφερόταν στην εκλογή του τ/κ εκπαιδευτικού Sener Hassan Elcil ως εθνικού εκπροσώπου στην ευρωπαϊκή πλατφόρμα εκπαιδευτικών (καθηγητών και δασκάλων) ETUCE.
Στην ETUCE, με βάση την ιστοσελίδα της, συμμετέχουν από την Κύπρο 6 οργανώσεις οι KTOEOS, KTOS, ΟΕΛΜΕΚ, ΠΟΕΔ, ΟΛΤΕΚ και DAU-SEN δηλαδή 3 Ε/Κς και 3 Τ/Κς. Στις 25 Νοεμβρίου στη Τακτική Γενική Συνέλευση υποψήφιος από την Κύπρο ήταν ο Γ.Γ. της KTOS Sener ELCIL όπου και εκλέγηκε ως εθνικός εκπρόσωπος.
Τη συνέχεια λίγο πολύ τη γνωρίζετε, αντέδρασαν οι Ε/Κς συντεχνίες στη βάση του επιχειρήματος ότι λέει δε τους ενημέρωσε από πριν για τις προθέσεις του να κατέλθει ως υποψήφιος (να πιστέψουμε τώρα ότι οι Ε/Κ ρωτούν τους Τ/Κς πριν αποφασίσουν για οτιδήποτε), άλλοι έφεραν το επιχείρημα ότι δε μπορεί ένας Τουρκοκύπριος να εκπροσωπεί την Κυπριακή Δημοκρατία (τάδε έφη Πρώην Υπουργός Π.Π. Άκης Κλεάνθους) και άλλοι ότι τίθεται ζήτημα έμμεσης αναγνώρισης του ψευδοκράτους.
Νομίζω ότι κανένας δεν άγγιξε την ουσία του πολιτικού ζητήματος που είναι ότι πλέον τα πράγματα στο Κυπριακό δεν είναι άσπρο-μαύρο. Τα ζητήματα είναι εξαιρετικά περίπλοκα και το κυπριακό δεν είναι απλά καλοί-κακοί, κατοχή-απελευθερωση κλπ. Το Κυπριακό δε μπορεί πλέον να στηρίζεται σε συνθήματα και ρητορείες του ’80 επειδή έκτοτε τα πράγματα έχουν αλλάξει άρδην. Τα οδοφράγματα άνοιξαν, μπήκαμε στην Ε.Ε., ο Ντενκτάς αποτελεί πλέον παρελθόν και ο χρόνος δημιουργεί συνεχώς νέα τετελεσμένα. Η εμμονή σε δήθεν διαχρονικές θέσεις απλά μας εγκλωβίζει σε μια ρητορική πολιτικής υποκρισίας την οποία ο κάθε συνομιλητής μας αντιλαμβάνεται αμέσως.
Όταν για παράδειγμα η άλλη πλευρά αναφέρεται σε δύο λαούς στην Κύπρο εμείς τι απαντάμε; Ότι στην Κύπρο υπάρχει ένας λαός. Και πως αυτό συμβαδίζει με την άποψη του κ. Κλεάνθους ότι δε μπορεί ένας τουρκοκύπριος να εκπροσωπεί την Κυπριακή Δημοκρατία; Η Κ.Δ. μπορεί όμως να εκπροσωπεί τον «έναν λαό»; Πως ακριβώς; Με μόνιμους ελληνοκύπριους εκπροσώπους;
Ο Σενέρ ο οποίος κατέθεσε εκ μέρους της Οργάνωσής του ψήφισμα κατά της πολιτικής της Τουρκίας στο βόρειο μέρος της Κύπρου τι είναι; Καλός Τουρκοκύπριος; Ο Σενέρ έχει ταυτότητα και διαβατήριο της Κυπριακής Δημοκρατίας. Γιατί δε μπορεί να την εκπροσωπεί; Επειδή εργάζεται για το παράνομο υπουργείο των κατεχομένων; Και αν επιθυμεί να εργαστεί στο νόμιμο υπουργείο Παιδείας της Δημοκρατίας μπορεί; Του το επιτρέπουμε;
Εάν ο Σενέρ δηλώσει σεβασμό στους νόμους και στο Σύνταγμα της Δημοκρατίας μπορεί να εργαστεί ως δάσκαλος; Που; Στην Κοινοτική συνέλευση που μετατράπηκε με βάση το «δίκαιο της ανάγκης» σε Ελληνορθόδοξο Υπουργείο;
Τελικά αγαπητοί μου συμπατριώτες μήπως τα πράγματα όσο και να το θέλουμε δεν είναι απλά; Και όταν ο Νίκος Αναστασιάδης επιμένει πως βρισκόμαστε εγκλωβισμένοι στη δική μας ρητορεία έχει δίκαιο; Πως θα αρνηθείς σε 80 τόσες χιλιάδες Τουρκοκύπριους να διεκδικήσουν αύριο τη δική τους εκπαιδευτική κοινοτική συνέλευση; Το δικό τους μερίδιο βουλευτών, υπουργών και να ψηφίσουν τον Αντιπρόεδρο που δικαιούνται με βάση το Σύνταγμα της Κ.Δ.;
Δε πιστεύω στην κινδυνολογία, πιστεύω όμως στον ορθολογισμό και στην πειστική πολιτική ανάλυση. Εάν επιθυμούμε να συνεχίσουμε να καθόμαστε σαν τον χότζα ανάποδα στον γάιδαρο και να νομίζουμε ότι προχωράμε καλά τότε θα πέσουμε στον γκρεμό χωρίς καν να το προσέξουμε, θα το νιώσουμε μόνο. Νομίζω είναι καιρός να καθίσουμε κοιτάζοντας μπροστά και να λύσουμε το κυπριακό με όραμα και αποφασιστικότητα σήμερα.

Ο ΔΗ.ΣΥ. του μέλλοντός μας *

Ενώ γράφονται αυτές οι γραμμές ο Δημοκρατικός Συναγερμός ετοιμάζεται πυρετωδώς για το Τακτικό Παγκύπριο Συνέδριο.

Το Συνέδριο δηλαδή το οποίο θα ανοίξει το δρόμο για το επόμενο ιδεολογικό-πολιτικό Συνέδριο του Δημοκρατικού Συναγερμού. Κατ’ εμένα, το συνέδριο στο οποίο ο ΔΗ.ΣΥ θα πρέπει να αποφασίσει εάν θα διαλέξει το δρόμο της ανανέωσης της παράταξης μέσα από ένα καταιγισμό νέων, τολμηρών, φιλελεύθερων ιδεών και θέσεων, ή εάν θα εγκλωβιστεί σε παλαιομοδίτικα συνθήματα και μεσοβέζικες διατυπώσεις ακολουθώντας λίγο πολύ τον δρόμο που ακολούθησε η Νέα Δημοκρατία τα τελευταία χρόνια.

Ο ΔΗ.ΣΥ, τα στελέχη, αλλά και οι φίλοι του θα πρέπει πλέον να διαμορφώσουν τον ΔΗΣΥ του μέλλοντός τους. Η κεντροδεξιά είναι σήμερα η ισχυρότερη πολιτική δύναμη στον ευρωπαϊκό χώρο. Είναι όμως μια κεντροδεξιά σύγχρονη, χωρίς αγκυλώσεις, με θέσεις καινοτόμες και υλοποιήσιμες για ένα σωρό «αριστερά» θέματα όπως αυτά της μετανάστευσης, του περιβάλλοντος, των μειονοτήτων, της παιδείας.

Στην ιδιαίτερη πολιτική κατάσταση που δημιουργεί το ανοικτό κυπριακό πρόβλημα αλλά και το αναπόφευκτο γεγονός ότι ζούμε και είμαστε μέρος μιας παγκοσμιοποιημένης πολυπολιτισμικής κοινωνίας, με ζητήματα όπως αυτό της μετανάστευσης να αναδεικνύονται ως ένα από τα σοβαρότερα πανευρωπαϊκά δε μπορούμε πλέον να τα προσεγγίζουμε τόσο επιφανειακά. Την ώρα που η παγκόσμια και εθνική οικονομία διέρχεται σοβαρής κρίσης και η πολιτική απαξιώνεται ανοικτά από τους πολίτες χρειάζονται σοβαρές ηγεσίες. Για να πειστούν μη ενταγμένοι άνθρωποι να ασχοληθούν με την πολιτική μέσα από τον ΔΗΣΥ χρειάζεται οραματικός λόγος και σκέψη. Χρειάζεται τα επιχειρήματα και ο ορθολογισμός να προλαβαίνουν τον λαϊκισμό.

Χρειάζεται αέρας ανανέωσης αλλά και σοβαρότητας μαζί, μακριά από συμπεριφορές πατριωτικού τσαμπουκά και συνθημάτων του τύπου Κύπρος-Ελλήνων-Χριστιανών. Η πίεση βεβαίως από κύκλους της εθνικιστικής δεξιάς είναι κάτι που βραχυπρόθεσμα ίσως να προβληματίζει αλλά μακροπρόθεσμα, μόνο ένας ΔΗ.ΣΥ. με ισχυρή διείσδυση στον κεντρώο χώρο μπορεί να είναι κόμμα εξουσίας και προόδου, με λύση ή χωρίς λύση του κυπριακού.

Η πράσινη ανάπτυξη, ο «Συναγερμός για το Πλανήτη» ως κεντρικό μήνυμα του συνεδρίου είναι σίγουρα πολύ αισιόδοξο ως προς την κατεύθυνση που η ηγεσία θέλει να δώσει. Εξαρτάται πλέον από όλους εμάς εάν θα καταφέρουμε να ξεκινήσουμε ένα πλατύ διάλογο ιδεολογικοπολιτικού εκσυγχρονισμού με λόγο πραγματιστικό και πολιτική ωριμότητα.

Δημοσιογραφική δεοντολογία και Πανεπιστήμιο Κύπρου*

Πρώτα ήρθαν για τους κομμουνιστές και δε μίλησα επειδή δεν ήμουν κομμουνιστής.
Μετά ήρθαν για τους συνδικαλιστές και δε μίλησα επειδή δεν ήμουν συνδικαλιστής.
Μετά ήρθαν για τους Εβραίους και δε μίλησα επειδή δεν ήμουν εβραίος
Όταν ήρθαν για εμένα, δεν υπήρχε κανένας να μιλήσει για μένα.

Την ίδια ώρα που ο Πρόεδρος γιόρταζε με τους υπόλοιπους Ευρωπαίους την πτώση του τείχους του Βερολίνου και την πτώση του υπαρκτού κομμουνισμού, η κομματική εφημερίδα του ΑΚΕΛ έριχνε τον πήχη της δημοσιογραφικής δεοντολογίας σε επίπεδα πιο χαμηλά απ’ ότι σε ολοκληρωτικά καθεστώτα. Με πρωτοσέλιδο στην κυριακάτική της έκδοση επιχειρούσε με τρόπο μπερδεμένο, με ασάφειες και υπονοούμενα να πείσει τον αναγνώστη της ότι ανακάλυψε το σκάνδαλο του αιώνα, αξίας 90 000 ευρώ.
Με περιορισμένη και κυρίως συγχυσμένη αντίληψη των γεγονότων και διαδικασιών, περιπλέκοντας δύο εντελώς ανεξάρτητα περιστατικά εξέθεσαν εαυτόν, το Πανεπιστήμιο Κύπρου, το τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας, το ίδρυμα Προώθησης Έρευνας , τη Σύγκλητο, ακόμη και τον ίδιο τον Πρόεδρο του Δ.Σ..
Η λογική τους ήταν εξαιρετικά απλή, ότι δηλαδή το Πανεπιστήμιο χάρισε 90 000 ευρώ σε μια ερευνητική ομάδα παράτυπα δια μέσου του Ιδρύματος Προώθησης Έρευνας. Επίσης στην ιστορία περιπλέκεται η διαδικασία πρόσληψης ενός μεταδιδακτορικού συνεργάτη ο οποίος έκανε αίτηση για πρόσληψη στο Πανεπιστήμιο και ο οποίος εμπλεκόταν στο εν λόγω ερευνητικό πρόγραμμα. Το επιχείρημα που προσπάθησαν να περάσουν ήταν πολύ απλό, ότι δηλαδή, ο νέος ερευνητής διασπάθισε δημόσιο χρήμα και κατ’ επέκταση δε μπορεί ούτε καν να γίνει νοητή η πρόσληψή του. Με λίγη λαϊκή σάλτσα έγινε τέλειο, «ο απλός πολίτης προβληματίζεται … βιοπαλαιστές άγονται στα δικαστήρια για ποσά που δε ξεπερνούν τα 200 ευρώ…» κλπ.
Όσο αφορά στην ουσία του άρθρου, αυτή κατέρρευσε την αμέσως επόμενη μέρα με δηλώσεις του ίδιου του Προέδρου του Δ.Σ. του Πανεπιστημίου και πρώην υπουργός του ΑΚΕΛ, ο οποίος ανάφερε ότι δε τίθεται θέμα παρατυπίας στην υποβολή και διαχείριση του προγράμματος. Οπότε η λεγόμενη διασπάθιση ήταν φούμαρα. Το ίδιο επιβεβαίωσε και η Σύγκλητος σε δημοσιογραφική διάσκεψη στις 11 Νοεμβρίου.
Εν τούτοις το ούτω καλούμενο σκάνδαλο χρησιμοποιήθηκε ως αφορμή για να συζητηθεί την επόμενη ημέρα της δημοσίευσής του στο Συμβούλιο του Πανεπιστημίου η περίπτωση του ακαδημαϊκού, του οποίου αποφάσισε να αναιρέσει την πρόσληψή, μη επικυρώνοντας την απόφαση της Συγκλήτου. Σημειώνεται ότι ο εν λόγω ακαδημαϊκός είχε υποστηριχθεί ομόφωνα από τη διεθνή εισηγητική επιτροπή, το εκλεκτορικό της σχολής και με ισχυρή πλειοψηφία από τη Σύγκλητο και ότι ο ίδιος εργάζεται από τον περασμένο Σεπτέμβριο στο Πανεπιστήμιο.
Το ζήτημα που προκύπτει είναι εξόχως πολιτικό αλλά είναι και θέμα δεοντολογίας για την ίδια την εφημερίδα και τον πολιτικό χώρο που την κατευθύνει. Όσο αφορά τα μέλη του Δ.Σ. του Πανεπιστήμιου, αυτοί θα κριθούν θεσμικά και η απόφασή τους νομικά. Το βέβαιο είναι ότι η εν λόγω εφημερίδα δε λειτουργεί ανεξάρτητα του πολιτικού χώρου που εκφράζει και ότι τέτοιου είδους ανυπόστατα δημοσιεύματα αποτελούν από μόνα τους παρέμβαση στα εσωτερικά του Πανεπιστημίου και πρέπει να καταδικάζονται από κάθε δημοκράτη ανεξαρτήτως του πολιτικού χώρου από τον οποίο προέρχεται.

Scroll to top