εκσυγχρονισμός

Η γάγγραινα της πολιτικής απαξίωσης

Κατά τα τελευταία χρόνια έχει επικρατήσει μία γενικευμένη αντίληψη ότι τα πολιτικά κόμματα δεν είναι πλέον «χρήσιμα». Μια αντίληψη εσφαλμένη αλλά και επικίνδυνη η οποία οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στο ότι ένα  σημαντικό κομμάτι της κοινωνίας θεωρεί πως τα κόμματα δεν αποτελούν σύγχρονα μέσα και μορφές διεκδίκησης. Επειδή δυστυχώς, οι κομματικές πρακτικές, οι κομματικές συγκεντρώσεις και εκδηλώσεις δεν είναι ελκυστικές για τον μέσο πολίτη και γι’ αυτό χρειάζεται μια μεγάλη ανασυγκρότηση εκ των έσω.
Βεβαίως, υπάρχει και μια άλλη μερίδα η οποία θεωρεί ότι τα κόμματα δεν είναι πλέον χρήσιμα επειδή δε μπορούν πλέον να «εξυπηρετήσουν» τους ψηφοφόρους τους όπως έκαναν παλαιότερα. Υπάρχει δηλαδή μια μερίδα η οποία είναι απογοητευμένη από τη μη συνέχιση της παλιάς «καλής» κομματοκρατίας (άσχετο αν φωνάζει εναντίον της). Αυτό όμως είναι ζήτημα κουλτούρας και προπάντων είναι ζήτημα αλλαγής των πολιτικών προτύπων και της σχέσης πολίτη-πολιτικού.
Η απαξίωση της πολιτικής δεν είναι κυπριακό φαινόμενο. Είναι κάτι που παρατηρούμε σε όλο το δυτικό κόσμο με ιδιαίτερα αρνητικές επιπτώσεις στο επίπεδο της δημοκρατίας και της κοινωνικής συνοχής. Οι λόγοι είναι πασιφανείς. Επειδή δυστυχώς στελέχη όλων ανεξαιρέτως των πολιτικών χώρων έχουν διασυνδεθεί (δίκαια ή άδικα) με υποθέσεις διαπλοκής, διαφθοράς ή προνομιακής μεταχείρισης και αυτό αμαυρώνει την ευρύτερη εικόνα της πολιτικής ζωής καθιστώντας εξαιρετικά δύσκολη έως και αδύνατη την όποια διάκριση ανάμεσα σε ενάρετους και μη ενάρετους. Όλοι ανεξαιρέτως τσουβαλιάζονται και αποδομούνται συλλογικά. Οι πολίτες εκφράζουν την απαξίωσή τους είτε με τη μη συμμετοχή τους στις εκλογές, είτε, με τις λεγόμενες «αντι-συστημικές» επιλογές.
Ποιο καταλήγει όμως να είναι το αποτέλεσμα; Το αποτέλεσμα είναι η ανακύκλωση του συστήματος στην καλύτερη, η δραματική χειροτέρευση του στη χειρότερη. Επειδή η μη ενασχόληση των πολιτών καταλήγει με μαθηματική ακρίβεια στην άνοδο λαϊκίστικων και ακραίων πολιτικών κινημάτων είτε μέσα από τα παραδοσιακά κόμματα είτε μέσα από νέους σχηματισμούς. Έτσι στο τέλος της ημέρας τις κακές πολιτικές ηγεσίες καταλήγουν να πληρώνουν οι ίδιοι οι πολίτες.
Τι πρέπει να γίνει από μέρους των κομμάτων για να αλλάξει αυτή η απογοητευτική εικόνα;
Πρωτίστως απαιτείται ιδεολογική συγκρότηση / ανασυγκρότηση! Ο σημερινός μορφωμένος, ανεξάρτητος και απαιτητικός πολίτης χρειάζεται ένα συγκροτημένο ιδεολογικό αφήγημα που να συμβαδίζει με τη σύγχρονη ζωή και τα σύγχρονα διλήμματα στηριγμένο σε αρχές και αξίες. Για να νιώσει κάποιος ότι ασπάζεται συνειδητά και αυτόβουλα μία ιδεολογία πρέπει να νιώσει περήφανος γι’ αυτό που εκπροσωπεί ο πολιτικός χώρος στον οποίο θα επιλέξει να ανήκει.
Τα πολιτικά κόμματα και οι πολιτικές ηγεσίες οφείλουν να κατανοήσουν ότι η σχέση του πολίτη και του πολιτικού πρέπει να είναι ισότιμη και ο σεβασμός αμοιβαίος. Γι’ αυτό χρειαζόμαστε ανοικτά κόμματα και όσο το δυνατόν περισσότερο ανοικτές εκλογικές διαδικασίες. Οι κατάλογοι μελών, οι κομματικές συνδρομές κλπ είναι πρακτικές άλλων εποχών. Η κοινωνία σήμερα επιζητεί διαφάνεια, προτάσεις σύγχρονες και εφικτές, αποδοτικότητα, ρήξη με κατεστημένα συμφέροντα, προτάσεις για βελτίωση και απλοποίηση της ποιότητας της ζωής των πολιτών και προπάντων νομίζω ότι η κοινωνία επιζητεί εν συναίσθηση από τις πολιτικές ηγεσίες.
Τέλος, οι πολιτικές ηγεσίες για να ανακτήσουν το χαμένο τους κύρος οφείλουν να αυτό-ελεχθούν υιοθετώντας αυστηρές πρακτικές διαφάνειας και λογοδοσίας, όπως το πόθεν έσχες, το ασυμβίβαστο μεταξύ ορισμένων επαγγελμάτων και παράλληλης ενασχόλησης με την πολιτική, την εισαγωγή ορίων θητειών και την επιβολή αυστηρού ελέγχου των προεκλογικών δαπανών και των κομματικών εσόδων.
Γιατί μια κοινωνία δε πρόκειται ποτέ να εξυγιανθεί όσο οι θεσμοί της συντηρούν τον πήχη της δικής τους εξυγίανσης χαμηλά.

Ποια παιδεία, για ποια δημοκρατία;

Kάθε συζήτηση με αντικείμενο την παιδεία δε μπορεί παρά να ξεκινά από ένα βασικό ερώτημα. Τι είδους πολίτες επιθυμούμε να διαμορφώσουμε; Ποια χαρακτηριστικά πρέπει να έχουν οι αυριανοί πολίτες της χώρας (του κόσμου); 

Επειδή όταν συζητάμε αποσπασματικά χάνουμε πολλές φορές τη μεγάλη εικόνα. Όταν συζητάμε για τα θρησκευτικά, για την ιστορία, τη βιολογία, για τη μεθοδολογία της μάθησης, τις εικόνες στα σχολεία, την πρωινή προσευχή, το ολοήμερο σχολείο, τις σχολικές γιορτές και τόσα άλλα πρέπει να έχουμε υπόψη μας ότι αυτά είναι όλα όσα διαμορφώνουν τις προσωπικότητες των μαθητών και μαθητριών μας.

Είναι ο φακός που τους ανάβει το σχολείο μέσα από τον οποίο θα βλέπουν και θα κατανοούν τον κόσμο. Ο τρόπος, που θα διαμορφώνουν άποψη και που θα ερμηνεύουν την κοινωνία, τη δημοκρατία και τη θέση τους έναντι των «άλλων».

Αν επιλέξουμε να έχουμε για παράδειγμα μάθημα Ιστορίας που να μην είναι γραμμικό και εθνοκεντρικό, μάθημα Θρησκευτικών που να μην είναι κατηχητικό και ομολογιακό, μάθημα Ελληνικών που να περιλαμβάνει κείμενα ξένων λογοτεχνών, αυτά αλλάζουν δραστικά τον τρόπο που οι μαθητές βλέπουν και κατανοούν τον κόσμο. Ένα κόσμο που αλλάζει τόσο ραγδαία. Που η τεχνολογία εξελίσσεται τόσο απότομα και που η παγκοσμιοποίηση επιβάλλει την κίνηση ανθρώπων, ιδεών, κεφαλαίων και υπηρεσιών σε παγκόσμια κλίμακα.

Το ίδιο ισχύει και για το ευρύτερο περιβάλλον του σχολείου. Επειδή η ύλη και η διδακτικές μέθοδοι έχουν αντίστοιχη βαρύτητα με τις αξίες που αντιπροσωπεύει και εκπέμπει το ευρύτερο σχολικό περιβάλλον.

Η δημοκρατικότητα στη λειτουργία ενός σχολείου, η ίση μεταχείριση όλων των μαθητών, η καλλιέργεια οικολογικής συνείδησης και η αντιρατσιστική κουλτούρα είναι αρχές που μπορούν να συνοδεύουν ένα παιδί για το υπόλοιπο της ζωής του.

Το «φράγμα» της τυπικής και της μη τυπικής μάθησης πλέον έχει σπάσει. Το σύγχρονο επίσημο σχολείο έχει το καθήκον να μάθει στα παιδιά και γνώσεις και δεξιότητες και να γράφουν και να κατανοούν συναισθήματα, και να διαβάζουν και να ερμηνεύουν.

Τι πολίτες θέλουμε, λοιπόν;

Οι γνώσεις θα αποτελούν πάντοτε και αναντίλεκτα ένα εργαλείο το οποίο θα τους ανοίξει την επόμενη πόρτα. Εν τούτοις, οι ειδικοί σήμερα συγκλίνουν σε ένα νέο τρίπτυχο όσο αφορά στις απαραίτητες δεξιότητες που μπορούν να καταστήσουν ένα επαγγελματία επιτυχημένο κι αυτές είναι, 1) να μάθεις να μαθαίνεις, 2) να μάθεις να προσαρμόζεσαι και 3) να μάθεις να θέτεις σε εφαρμογή αυτά που γνωρίζεις.

Παιδιά όμως που βρίσκονται σε ένα σχολικό περιβάλλον γεμάτο ανελευθερία, άκαμπτο μορφωτικά, εκπαιδευτικά και πολιτισμικά δε μπορούν στη συνέχεια να αποκτήσουν  δεξιότητες προσαρμοστικότητας, κριτικής σκέψης ή πρωτοβουλίας. Στοιχεία απαραίτητα για να επιβιώσουν όχι μόνο επαγγελματικά αλλά και κοινωνικά.

Γι’ αυτό είναι απαραίτητο να φτιάξουμε μια παιδεία που να φτιάχνει πολίτες έτοιμους να διαπρέψουν στην αγορά εργασίας αλλά και ικανούς να διαμορφώσουν μια καλύτερη κοινωνία. Πιο ανεκτική, πιο ανοικτή και προπάντων πιο φιλελεύθερη. Για να γίνει όμως αυτό, χρειάζεται να περάσουμε σε ένα διαφορετικό τρόπο σκέψης, εντελώς ανατρεπτικό αναφορικά με τη μεταρρύθμιση της παρεχόμενης δημόσιας εκπαίδευσης. Η δημόσια παιδεία μας πρέπει να εκδημοκρατιστεί εκ βάθρων. Από την αντιδημοκρατική όψη των κτιρίων μέχρι το «κεκτημένο» ωράριο, τη στολή και την ύλη. Να αλλάξουν όλα! Αυτό προϋποθέτει χρόνο αλλά κυρίως, προϋποθέτει θέληση και όραμα.

Κοινωνικά απαραίτητος ο κάθε εκσυγχρονισμός

Συνέντευξη στην Ελένη Κωνσταντίνου.
Εφημ. Η Χαραυγή 06/12/2015

Για την τροποποίηση της νομοθεσίας για τις αμβλώσεις

Κοινωνικά απαραίτητος ο κάθε εκσυγχρονισμός
 

«Ο υφιστάμενος νόμος ουσιαστικά απαγορεύει την άμβλωση, όμως, την ίδια στιγμή αφήνει δύο παραθυράκια. Το ένα είναι σε περίπτωση βιασμού και το άλλο σε περίπτωση που συντρέχουν σοβαροί λόγοι υγείας σωματικής, ψυχικής ή άλλης για τη μητέρα.
Το αποτέλεσμα είναι εδώ και δεκαετίες να διεξάγονται χιλιάδες αμβλώσεις κάθε χρόνο κάνοντας χρήση της πιο πάνω εξαίρεσης που αφορά στην υγεία. Δηλαδή, η υφιστάμενη νομοθεσία αναγκάζει γυναίκες και ιατρικό προσωπικό να λένε ψέματα.
Είναι πιστεύω καιρός να βγάλουμε το κεφάλι μας από το έδαφος και να αναγνωρίσουμε ότι η κάθε γυναίκα θα πρέπει να έχει κατοχυρωμένο το δικαίωμα (κατά τις πρώτες εβδομάδες της κύησης) να αποφασίσει κατά πόσο επιθυμεί να διακόψει την εγκυμοσύνη της. Την ίδια στιγμή, βεβαίως, οφείλουμε να παρέχουμε στην κάθε γυναίκα τη δυνατότητα να έχει ψυχολογική στήριξη και επιστημονική καθοδήγηση για να είναι σε θέση να πάρει την απόφασή της συνειδητοποιημένα. Πιστεύω ότι με τον εκσυγχρονισμό της νομοθεσίας θα είμαστε σε θέση να έχουμε στατιστικές, αριθμούς και δεδομένα, τα οποία θα μας βοηθήσουν να εφαρμόσουμε προγράμματα σεξουαλικής υγείας και σεξουαλικής αγωγής στοχευμένα, μειώνοντας έτσι δραστικά τις ανεπιθύμητες εγκυμοσύνες».

Ερωτηθείσα για τις οργανωμένες προσπάθειες κατά του εκσυγχρονισμού της νομοθεσίας και τις απειλές, η πρόεδρος της ΓΟΔΗΣΥ σημειώνει ότι είναι οι ίδιοι κύκλοι που αντιδρούν σε καθετί καινούριο. «Αντέδρασαν στην έγκριση του πολιτικού γάμου, στο νομοσχέδιο για την πολιτική συμβίωση, στο πολιτικό διαζύγιο. Γενικά αντιδρούν σε κάθε προσπάθεια εκκοσμίκευσης του κράτους. Είναι πιστεύω υποκριτικό εκ μέρους κάποιων τόσα χρόνια να μην έχουν αντιδράσει ποτέ, ενώ είναι τοις πάσι γνωστό ότι γίνονται χιλιάδες αμβλώσεις κάθε χρόνο στην Κύπρο και κυρίως από ανήλικα κορίτσια αλλά αντιδρούν αυτή τη στιγμή που προσπαθούμε να θέσουμε το όλο ζήτημα στη σωστή του βάση και να το αντιμετωπίσουμε.
Εντούτοις, πιστεύω ότι ο καθένας έχει δικαίωμα στην άποψή του και είναι απόλυτα σεβαστό. Θέση μου είναι πως μόνο μέσα από ουσιαστικό και γόνιμο διάλογο μπορούμε να πείσουμε όσους πραγματικά ενδιαφέρονται και έχουν διάθεση να ακούσουν και να σχηματίσουν άποψη».
Επίσης, ερωτηθείσα για το πόσο εύκολο ή δύσκολο είναι τελικά να αγγίξουμε ως κυπριακή κοινωνία κάποια ζητήματα ταμπού και να δώσουμε λύσεις υπέρ των δικαιωμάτων συγκεκριμένων ομάδων, η Ξένια Κωνσταντίνου επισημαίνει ότι αν κάτι είναι δύσκολο δεν σημαίνει απαραίτητα ότι είναι και αδύνατον!

«Η πολιτική συμβίωση πριν από μερικά χρόνια φάνταζε κυριολεκτικά αδιανόητη. Ομως υπερψηφίστηκε από 39 βουλευτές. Εύκολο δεν είναι και μάλλον ποτέ δε θα είναι.
Κάθε αλλαγή θα βρίσκει μπροστά της το τείχος της συντήρησης και του κατεστημένου. Ομως τίποτα δεν μπορεί να σταματήσει την αλλαγή από το να συμβαίνει. Αντιλαμβάνομαι ότι για ορισμένους το θέμα είναι ιδιαίτερα ευαίσθητο και οι αντιδράσεις είναι συναισθηματικές. Το καταλαβαίνω απόλυτα. Ομως πρέπει να κατανοήσουμε ότι είναι ατομικό δικαίωμα της κάθε γυναίκας το τι κάνει με το σώμα της. Το πότε ακριβώς ξεκινά η ζωή είναι ένα μεγάλο φιλοσοφικό ερώτημα. Αλλά αν κάποιοι ισχυρίζονται ότι ξεκινά με τη γονιμοποίηση, με την ίδια λογική θα έπρεπε να είναι εναντίον κάθε έκτρωσης, όπως εναντίον θα έπρεπε να είναι και έναντι της διαδικασίας της εξωσωματικής γονιμοποίησης. Σε κάθε περίπτωση, αυτό στο οποίο επιμένω είναι ότι δεν είναι ζήτημα προτίμησης. Δεν είναι θέμα τού τι θα επέλεγα εγώ ή εσύ. Είναι θέμα δικαιώματος για την κάθε γυναίκα και εμείς ως επικεφαλής γυναικείων οργανώσεων και πολιτικά στελέχη αυτό πρέπει να κατοχυρώσουμε».

5 λεπτά για την πολιτική συμβίωση!

5 λεπτά … με την Ξένια Κωνσταντίνου, Πρόεδρος ΓΟΔΗΣΥ
στην Αντιγονη Σολωμονίδου – Δρουσιώτη, εφημ. “Φ”

Τι ακριβώς εννοούμε με τον όρο πολιτική συμβίωση;

Με την πολιτική συμβίωση δύο άνθρωποι που επιλέγουν να συζούν έχουν τη δυνατότητα να διασφαλίζονται από πλευράς δικαιωμάτων δημιουργώντας μια νομική σχέση που θα κατοχυρώνει την αμοιβαία υποστήριξη και αλληλεγγύη μεταξύ τους καθώς και τις σχέσεις τους με τρίτους για θέματα περιουσίας, ασφάλισης, κληρονομιάς και άλλα. Η σύμβαση καταρτίζεται μεταξύ των συντρόφων/συμβίων ενώπιον Ληξίαρχου, ο οποίος και την επισημοποιεί.

Ποια είναι η διαφορά με τον πολιτικό γάμο;

Η πολιτική σύμβαση είναι πιο απλή, παρέχει μεγαλύτερη ελευθερία στα ζευγάρια και επιπλέον θα ισχύσει δίχως διακρίσεις για ετερόφυλα και ομόφυλα ζευγάρια. Ληξίαρχο που θα βρίσκουμε; Στα κατά τόπους επαρχιακά γραφεία όπου υπάρχουν τα αρχεία πληθυσμού.

Ποια ακριβώς θα είναι η διαδικασία σύναψης πολιτικής συμβίωσης;

Για τα ζευγάρια που θα επιθυμούν να συνάψουν πολιτική συμβίωση μεταξύ τους θα πρέπει να παρουσιαστούν στον ληξίαρχο με συμπληρωμένο το έντυπο πολιτικής συμβίωσης, τις πολιτικές τους ταυτότητες και πιστοποιητικά ελευθερίας. Εφόσον ο ληξίαρχος εξετάσει τα πιο πάνω, θα προχωρεί με την έκδοση του πιστοποιητικού πολιτικής συμβίωσης το οποίο θα δημοσιεύεται στον τύπο. Το πιστοποιημένο αντίγραφο του Πιστοποιητικού Πολιτικής Συμβίωσης θα γίνεται αποδεκτό σε κάθε δικαστήριο και αρχή.

Τι θα γίνεται σε περιπτώσεις υιοθεσίας παιδιών;

Το νομοσχέδιο το οποίο βρίσκεται σήμερα ενώπιον της βουλής και το οποίο θα κατατεθεί προς ψηφοφορία δεν αναφέρεται καθόλου σε θέματα υιοθεσίας. Ενώ για παιδιά που γεννιούνται εντός πολιτικής συμβίωσης, οι ρυθμίσεις που προνοούνται αφορούν μόνο στα ετερόφυλα ζευγάρια.

Ποια τα οφέλη από μια τέτοια ρύθμιση;

Αρχικά, δίνεις περισσότερες επιλογές. Οι συμβίοι θα μπορούν να ρυθμίσουν τις περιουσιακές τους σχέσεις βάσει των αρχών της ισότητας και της αλληλεγγύης  διατηρώντας σε μεγαλύτερο βαθμό από το γάμο την περιουσιακή τους αυτοτέλεια, εφόσον το επιθυμούν ακόμα και σε κληρονομικά θέματα. Κατά δεύτερο λόγο διασφαλίζεται η απόλαυση της προσωπικής ζωής αλλά και ο σεβασμός της αρχής της ίσης μεταχείρισης ανεξαρτήτως σεξουαλικού προσανατολισμού. Οπότε η πολιτική συμβίωση θα αποτελεί μια αποτελεσματική νομική «θεραπεία» για τη Κυπριακή Δημοκρατία στο κενό που παρουσιάζεται σήμερα σε σχέση με την κατοχύρωση των δικαιωμάτων των ομόφυλων ζευγαριών. 
ΥΓ. Η πολιτική συμβίωση εγκρίθηκε από τη Βουλή των Αντιπροσώπων στις 26/11 με 39 ψήφους υπέρ!
 

Στο ρινγκ της επικαιρότητας. Εφ. “Η Σημερινή”


      Η διαφοροποίηση της απλής αναλογικής σε ένα Προεδρικό σύστημα όπου δεν τίθεται θέμα δεδηλωμένης για την κυβέρνηση είναι εκσυγχρονισμός ή πισωγύρισμα; 
Η πρόταση είναι σαφώς εκσυγχρονιστική. Επειδή διορθώνει στρεβλώσεις και ενισχύει την αντιπροσωπευτικότητα. Αποτελεί  μύθο ότι η πρόταση στοχεύει στο να αποκλείσει μικρούς ή νέους συνδυασμούς από την είσοδο τους στη Βουλή. Αντίθετα, τους δίνει κίνητρο για συνεργασίες και αύξηση των ποσοστών τους. Όμως, ας πάρουμε καλύτερα τα πράγματα από την αρχή. Η απλή αναλογική και το εκλογικό σύστημα όπως το γνωρίζουμε σήμερα δεν αλλάζει για την πρώτη κατανομή. Δηλαδή, όποιος συνδυασμός ή ανεξάρτητος υποψήφιος πετύχει να πάρει το επαρχιακό μέτρο εξασφαλίζει έδρα στη βουλή, όπως ακριβώς συμβαίνει και σήμερα. Γι αυτό είναι που τονίζω ότι δεν αποκλείεται κανένας.Το επαρχιακό μέτρο προκύπτει όταν διαιρέσουμε το 100 (όπου 100 το σύνολο των έγκυρων ψήφων με τον αριθμό των εδρών που αναλογούν σε κάθε επαρχία). Για παράδειγμα στη Λευκωσία 100/20 είναι 5% οπότε με τα δεδομένα του 2011, περίπου 7100 έγκυροι ψήφοι είναι το μέτρο για την 1η κατανομή. Αυτό το οποίο αλλάζει με την πρόταση του Δημοκρατικού Συναγερμού και μετατρέπει το σύστημα σε πιο δίκαιο και αντιπροσωπευτικό είναι ότι ανεβάζει το μέτρο για το δικαίωμα διεκδίκησης έδρας στη δεύτερη κατανομή. Το σημερινό σύστημα επιτρέπει σε συνδυασμούς που συγκεντρώνουν 1.8% παγκύπρια δηλαδή με τα δεδομένα του 2011 περίπου 7000 σταυρούς να διεκδικούν τον συμψηφισμό των υπολοίπων τους και διεκδίκηση έδρας στην 2η κατανομή. Με την πρόταση του Δημοκρατικού Συναγερμού, αυτός ο αριθμός ανεβαίνει περίπου στις 16000 σε παγκύπρια βάση, πράγμα που θεωρώ απόλυτα λογικό για να υπάρχει καλύτερη και πιο πλατιά γεωγραφική αντιπροσώπευση. 

      Μια πιθανή αύξηση του εκλογικού μέτρου, σε περίοδο πλήρους απαξίωσης του πολιτικού κατεστημένου δε θα έπρεπε να είναι καλοδεχούμενη; Γιατί να μην συνδυαστεί επίσης με την εκσυγχρονιστική πρόταση της οριζόντιας ψηφοφορίας; 
Έχετε απόλυτο δίκαιο. Εμείς ως Δημοκρατικός Συναγερμός ταχθήκαμε και τασσόμαστε και σήμερα υπέρ της οριζόντιας ψηφοφορίας ως θέση αρχής. Δυστυχώς όμως δε φαίνεται η οριζόντια ψηφοφορία να “αγκαλιάζεται” από τον απαιτούμενο αριθμό πολιτικών δυνάμεων για να προχωρήσει η εφαρμογή της. Τουλάχιστον όχι προς το παρόν. Αυτό δε σημαίνει ότι δε θα πρέπει να προχωρήσουμε με τη λελογισμένη αύξηση του εκλογικού μέτρου και στο μέλλον βεβαίως θα προσπαθήσουμε και πάλι να πείσουμε για την ανάγκη εφαρμογής και της οριζόντιας ψηφοφορίας με τρόπο καλά μελετημένο και πρακτικά εφαρμόσιμο. 

      Μήπως το πρόβλημα λειτουργίας του Κοινοβουλίου δεν είναι το ποιοι είναι οι βουλευτές αλλά το πεπαλαιωμένο σύστημα εργασιών που χρήζει αναβάθμισης; (παρουσίες, πόθεν έσχες, ασυμβίβαστο κλπ)   
Το ποιοι είναι οι βουλευτές αποφασίζει ο κυρίαρχος λαός και κανένας άλλος. Το σύστημα εργασιών όμως χρήζει όχι μόνο αναβάθμισης αλλά ανασυγκρότησης εκ βάθρων για πάρα πολλούς λόγους. Πιο σοβαρός λόγος είναι ότι το ίδιο το σύστημα καλλιεργεί πολιτική συνείδηση και πολιτική κουλτούρα. Ένα σύστημα που δεν προάγει τη διαφάνεια, τον έλεγχο και την πολιτική ηθική δεν έχει μηχανισμούς αυτό-βελτίωσης. Επειδή αφαιρεί από την εξίσωση της πολιτικής μέρος της ουσίας και αφήνει μόνο την εικόνα. Βεβαίως δεν πρέπει να παραγνωρίζουμε τα σοβαρά βήματα που προόδου που έχουν σημειωθεί ήδη. Αυτό όμως το οποίο θεωρώ ότι απουσιάζει και στο οποίο πρέπει να δώσουμε έμφαση δεν είναι τόσο να φτιάξουμε νέους νόμους αλλά, πως να δημιουργηθούν εύχρηστα και προσβάσιμα εργαλεία ούτως ώστε οι ίδιοι οι πολίτες να μπορούν να παρακολουθούν και να ελέγχουν τους θεσμούς και τους αντιπροσώπους τους.

Εκλογικό μέτρο και αντιδράσεις


Η πρόταση για αλλαγή του εκλογικού νόμου και η αύξηση του εκλογικού ορίου προκάλεσε διάφορες αντιδράσεις οι οποίες πλέον φανερώνουν το πώς ακόμα μια φορά ιδιοτελή κίνητρα μπορούν να κρύβονται πίσω από εξαγγελίες περί προάσπισης της δημοκρατίας. Ο διαστρεβλωμένος τρόπος που παρουσιάζουν και ακολούθως δαιμονοποιούν την πρόταση του ΔΗΣΥ αποκαλύπτει τα προσωπικά και μικροπολιτικά κίνητρα ορισμένων. Για  μερικούς «οπαδούς της δημοκρατικότητας» ο μοναδικός πραγματικός λόγος πίσω από την αντίδραση τους αφορά στην προσωπική πολιτική τους επιβίωση. Ούτε καν αυτή του κόμματος τους.

Δεν εξηγείται διαφορετικά η λογική δύο μέτρα και δύο σταθμά με την οποία αντιλαμβάνονται την πολιτική. Πιο ειδικά, Πρόεδρος κόμματος ο οποίος μόλις πρόσφατα υιοθέτησε όριο θητειών με αναδρομική ισχύ για να αποκλείσει με αυτό τον τρόπο την πλειοψηφία της κοινοβουλευτικής του ομάδας από το να επαναδιεκδικήσει εκλογή, σήμερα κρίνει ως αντιδημοκρατικό ένα μέτρο το οποίο συζητήθηκε διεξοδικά και πλειστάκις.

Αξίζει να επαναληφθεί ότι η ύπαρξη του μέτρου του 1.8 αποτελεί μια εντελώς συγκυριακή επιλογή παρελθόντων εποχών και επουδενί λόγο δεν θα πρέπει να θεωρείται ως προϊόν αδιαμφισβήτητης σοφίας. Επίσης θα πρέπει να είναι ξεκάθαρο ότι η αλλαγή την οποία επιφέρει η πρόταση του Δημοκρατικού Συναγερμού δεν επηρεάζει το εκλογικό μέτρο για είσοδο συνδυασμών ή ανεξάρτητων υποψήφιων στη Βουλή. Εκείνο το οποίο αλλάζει αφορά στην διεκδίκηση εδρών στη 2ηκατανομή. Δηλαδή στο ποσοστό το οποίο θα πρέπει να εξασφαλίσει παγκύπρια για να δικαιούται συμμετοχή στη 2η κατανομή. 

Δε θα έπρεπε όμως να θεωρείται τουλάχιστον ως αυτονόητο ένα πολιτικό κόμμα να συγκεντρώνει σε παγκύπρια εκλογική βάση τουλάχιστον 20 000  ψηφοφόρους για να έχει δικαίωμα συμψηφισμού υπολοίπων και διεκδίκησης πέραν της μίας έδρας; 

Τέλος, πολλοί επικριτές των πολιτικών και των οραμάτων του αείμνηστου Γλαύκου Κληρίδη εμφανίστηκαν ξαφνικά σήμερα να επικαλούνται τον ιδρυτή του Δημοκρατικού Συναγερμού σε μία προσπάθεια να προκαλέσουν το αίσθημα των συναγερμικών εναντίον της πρότασης του ΔΗΣΥ. 

Όμως, είναι εντελώς άκυρη και άστοχη η σύγκριση των εκλογών του 1976 όταν ίσχυε το πλειοψηφικό σύστημα και  ο Δημοκρατικός Συναγερμός ενώ έλαβε 26.7% αποκλεισθεί η είσοδος του στη Βουλή, με το σημερινό μέτρο του 1.8%. Τότε ένα κόμμα με πολλές δεκάδες χιλιάδες ψηφοφόρους έμενε έξω από την βουλή, ενώ τώρα τίθεται ένα χαμηλό –και πλήρως εναρμονισμένο με τα Ευρωπαϊκά δεδομένα- κατώφλι για την είσοδο στην Βουλή.  

Εύχομαι τώρα που πλέον τα πράγματα έχουν ξεκαθαρίσει ότι η πρόταση θα συγκεντρώσει την απαιτούμενη πλειοψηφία στη Βουλή, ούτως ώστε οι επόμενες βουλευτικές εκλογές να διεξαχθούν με περισσότερο αντιπροσωπευτικές διαδικασίες.

Η ελπίδα έσβησε ή τώρα ξυπνά;

Παρακολουθώντας στενά τις εξελίξεις στην ελληνική πολιτική σκηνή είναι νομίζω σαφές ότι η βάση του δημοσίου πολιτικού διαλόγου έχει αλλάξει σημαντικά. Το μνημονιακό και αντι-μνημονιακό μπλοκ έχουν περάσει στην ιστορία. Η συζήτηση αναγκαστικά πλέον αφορά στις μεταρρυθμίσεις και στον τρόπο με τον οποίο αυτές θα πρέπει να γίνουν. Ο διάλογος αναγκαστικά εκλογικεύτηκε. Ή πλειοψηφία έχει κατανοήσει ότι η ανάπτυξη δεν είναι διακόπτης που μία ημέρα το πατάς και ανάβει. Απαιτεί διαρθρωτικές αλλαγές, νέα κουλτούρα δημοσίου και σοβαρή στήριξη στις μικρομεσαίες επιχειρήσεις. Απαιτεί τέλος, διαφάνεια, απλοποίηση και αξιοκρατία.
 
Τώρα πλέον όλοι κυβέρνησαν, όλοι διαπραγματεύτηκαν και όλοι διεκδίκησαν όσο καλύτερα μπορούσαν. Η επανάσταση δεν ήρθε και ούτε και θα ερχόταν ποτέ αν η πολιτική ζωή της χώρας συνέχιζε να αναλώνεται στο να κερδίζει εκλογές πότε οι μεν και πότε οι δε, με ανέφικτες υποσχέσεις απλά και μόνο για το άμεσο εκλογικό κέρδος. 

Ο Αλέξης Τσίπρας θα καταγραφεί ως ο τελευταίος και –ίσως- και ο πιο ταλαντούχος σε αυτό το άθλημα. Ανέβασε τις προσδοκίες υπερβολικά. Δημιούργησε ένα πρωτόγνωρο ενθουσιασμό και φανατικό κοινό το οποίο έκανε κυριολεκτικά τα πάντα για να το διατηρήσει. Στο πάρα ένα γλύτωσε η Ελλάδα από την απόλυτη οικονομική καταστροφή εξαιτίας της δυσκολίας του ίδιου να κατανοήσει ότι σε δύσκολα ζητήματα δεν υπάρχουν μαγικές λύσεις κάτι που τελικά παραδέχτηκε και ο ίδιος.

Δυστυχώς όμως εκείνοι οι έξι μήνες κατά τους οποίους διαπραγματευόταν δίχως σχέδιο Β’ και δίχως να προβάλει ουσιαστικές προτάσεις στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων έπληξαν τον ίδιο, την παράταξη του και προπάντων την ίδια την Ελλάδα. Όπως εύστοχα δήλωσε ο Θεοδωράκης στη Le Monde “Τα ιδιαίτερα του κ. Τσίπρα μας κόστισαν ακριβά“. Μέχρι να κατανοήσει που οδηγούσε τη χώρα οι αγορές δε χόρευαν πεντοζάλη όμως η οικονομία της χώρας του χόρευε ήδη το Ζαλόγγο. Ευτυχώς που στο τέλος επικράτησε η λογική.

Η απόφαση του για παραίτηση και προκήρυξη έκτακτων εκλογών ήταν θεωρώ παράτολμη και ίσως αποβεί αυτό-καταστροφική για τον ίδιο. Ήδη όλες οι μετρήσεις μέχρι στιγμής δείχνουν τα ποσοστά του βρίσκονται σε κάθετη πτώση. Πιο υπεύθυνο εκ μέρους του θα ήταν να έκανε ανασχηματισμό στην κυβέρνησή του,  να έδινε την μάχη του στο εσωτερικό του ΣΥΡΙΖΑ και να διεκδικούσε εκλογές όταν θα είχε ουσιαστικό έργο να παρουσιάσει κι όχι απλά μία συμφωνία. 

Το ερώτημα όμως το οποίο παραμένει να αιωρείται είναι τι θα συμβεί απ’ εδώ και εμπρός. Όπως όλα δείχνουν μετά και τις εκλογές της 20ηςΣεπτεμβρίου θα οδηγηθούμε σε μία κυβέρνησης συνεργασίας. Η όποια συζήτηση περί αυτοδυναμίας είναι εκτός πραγματικότητας. 

Η κυβέρνηση η οποία θα προκύψει θα έχει μία μόνο επιλογή κι αυτή θα είναι να επουλώσει το τραύμα της χαμένης αξιοπιστίας, εφαρμόζοντας με ταχύτητα τις μεταρρυθμίσεις που έχουν συμφωνηθεί. Σημασία όμως έχει και ο τρόπος. Αν δηλαδή η νέα κυβέρνηση θα πετύχει να αλλάξει το κεντρικό αφήγημα το οποίο το μόνο που πετυχαίνει είναι να υπερασπίζεται ένα χρεωκοπημένο μοντέλο κρατισμού, ρουσφετιού, αναξιοκρατίας, κομματισμού και συντεχνιακών κατεστημένων. Κάθε φορά στην ιστορία της μεταπολιτευτικής Ελλάδας τις εκλογές τις κέρδιζε εκείνος του οποίου οι υποσχέσεις εξυπηρετούσαν καλύτερα τα συμφέροντα του παλιού σάπιου συστήματος. 

Ίσως τώρα που δεν υπάρχει πλέον καμιά ελπίδα το παλιό οικοδόμημα να εγκολπωθεί σε ένα νέο πολιτικό σχήμα, να δημιουργηθεί χώρος για μια νέα Ελλάδα στην οποία η ελπίδα να έχει πραγματικό και ουσιαστικό αντίκρισμα.

Η αλλαγή θέλει αρετή και τόλμη!


Πολύς λόγος γίνεται τελευταία για την οριζόντια ψηφοφορία. Οι μεν υποστηρικτές της την παρουσιάζουν ως την λύση σε όλα τα προβλήματα του πολιτικού συστήματος, ενώ οι επικριτές της την απορρίπτουν μετά βδελυγμίας επιμένοντας ότι με την οριζόντια ψηφοφορία το βάρος θα μεταφέρεται στη προσωπικότητα παρά στις πολιτικές θέσεις.
 

Στην πραγματικότητα η οριζόντια ψηφοφορία δεν αποτελεί πανάκεια για την επίλυση όλων των προβλημάτων του πολιτικού συστήματος. Ούτε θα θέσει τέλος στην απαξίωση και στην αδιαφορία των πολιτών για τα πολιτικά δρώμενα. Μπορεί όμως υπό προϋποθέσεις να λειτουργήσει θετικά ως προς την αντιμετώπιση του ξύλινου λόγου και των αδιέξοδων κομματικών κοκορομαχιών συμβάλλοντας έτσι στην καλλιέργεια ενός καλύτερου κλίματος δημόσιου διαλόγου.

Σε κάθε περίπτωση πάντως, η οριζόντια ψηφοφορία δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται αποσπασματικά, αλλά ως ένα εργαλείο το οποίο θα πρέπει να εξεταστεί η χρησιμότητα και το εύρος της εφαρμογής του στα πλαίσια βελτίωσης του πολιτικού συστήματος. Η εντύπωση μου είναι ότι, οι πολίτες αναμένουν καίριες και ουσιαστικές παρεμβάσεις που να καταδεικνύουν αυτό-κριτική και διάθεση για αλλαγή. Αλλαγή που να περνά πρώτα μέσα από τα ίδια τα κόμματα, που θα ανατρέπει στεγανά και που θα φέρνει νέα πνοή στα πολιτικά πράγματα του τόπου! Μόνο έτσι ο κόσμος θα στραφεί με θετική διάθεση στην πολιτική.
Θέματα όπως το όριο θητειών για όλα τα δημόσια αξιώματα ανεξαιρέτως, το ασυμβίβαστο ορισμένων επαγγελμάτων με την βουλευτική έδρα (και όχι μόνο), η αύξηση του εκλογικού μέτρου και η διαφάνεια στα οικονομικά των κομμάτων πρέπει να αποτελέσουν ένα πακέτο εκσυγχρονιστικών μέτρων του πολιτικού συστήματος.
Μόνο μέσα από ένα συνολικό πολιτικό λίφτινγκ θα μπορέσουμε να πείσουμε τους πολίτες ότι εργαζόμαστε για τις αλλαγές που έχει ανάγκη ο τόπος. Όσο υπάρχουν πολιτικοί και πολιτικές δυνάμεις οι οποίοι διαλέγουν και υπερασπίζονται τον εκσυγχρονισμό αλα καρτ και μόνο εκεί και όπου συμφέρει στους ίδιους ολοένα και θα χάνουμε την μάχη για επανάκτηση της εμπιστοσύνης των πολιτών στην πολιτική.
Το 2016 – αν δεν υπάρξει στο μεταξύ λύση του κυπριακού που το ελπίζουμε- θα γίνουν βάση του συντάγματος βουλευτικές εκλογές και στη συνέχεια εκλογές για τοπική αυτοδιοίκηση. Ο εύκολος τρόπος είναι να αναμένουμε την επομένη για να σχολιάσουμε τα αποτελέσματα με τίτλους όπως «νικητής η αποχή» και να στήνουμε επιτροπές για να μελετήσουν το θέμα και να επανέλθουν με συστάσεις.
Αν από την άλλη υπάρχουν εμπνευσμένες και τολμηρές ηγεσίες που κόπτονται πραγματικά για το πολιτικό μέλλον της χώρας, τώρα είναι η ώρα να αναλάβουν το μέρος της ευθύνης που τους αναλογεί και να πάρουν τα μέτρα που απαιτούνται για να σταλεί ένα μήνυμα αλλαγής και ανανέωσης. 
Της Ξένιας Κωνσταντίνου

Πρόεδρος ΓΟΔΗΣΥ

Παιδεία και πολιτική λογοδοσία

Στις 31 Ιανουαρίου ήμουν παρούσα σ’ ένα κατάμεστο αμφιθέατρο στο Πανεπιστήμιο Κύπρου για την παρουσίαση των θέσεων για την εκπαιδευτική πολιτική του υποψήφιου τότε Προέδρου της Δημοκρατίας κ. Νίκου Αναστασιάδη. Η παρουσίαση κράτησε πολύ, ήταν πολύ καλά δομημένη, συνεκτική και υποστηριζόμενη από τη χρήση σύγχρονων μέσων. Από τον παλμό του ακροατηρίου συμπεραίνω ότι προκάλεσε θετικά συναισθήματα σε ένα κοινό το οποίο αποτελείτο από φοιτητές μέχρι ακαδημαϊκούς, εκπαιδευτικούς, συνδικαλιστές, επιχειρηματίες, άτομα από τις παρυφές της αριστεράς μέχρι τη λαϊκή δεξιά.

Η παρουσίαση των θέσεων για την εκπαιδευτική πολιτική επικεντρωνόταν σε πέντε βασικούς άξονες. Την ανάπτυξη, επιμόρφωση και ποιοτική αναβάθμιση του ανθρώπινου δυναμικού της εκπαίδευσης, τον εκσυγχρονισμό των διοικητικών δομών του εκπαιδευτικού συστήματος και των σχολικών μονάδων, την αναβάθμιση του περιεχομένου και της αποτελεσματικότητας  της εκπαίδευσης, τη στήριξη και ενίσχυση του κάθε εκπαιδευόμενου και αναγνώριση της διαφορετικότητας και τέλος, την ενίσχυση και αναβάθμιση της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης.

Η όλη παρουσίαση διαπνεόταν από σύγχρονο πνεύμα εκπαιδευτικής πολιτικής καθώς και μοντέρνας αντίληψης για τον ρόλο της εκπαίδευσης, τα βασικά της εργαλεία και στόχους. Η συγκρότηση της παρουσίασης προσάρμοζε τις ευρωπαϊκές οδηγίες στο εθνικό πλαίσιο και παράλληλα συνέδεε τις ανάγκες της κυπριακής παιδείας με ένα μακρόπνοο όραμα σχεδιασμού που απαντούσε στο βασικό ερώτημα «τι είδους παιδεία θέλουμε». Η παρουσίαση έδινε σαφή πολιτική κατεύθυνση για τη διασύνδεση της εκπαίδευσης με την οικονομία, για την αναβάθμιση της τεχνικής εκπαίδευσης, έδινε έμφαση σε δεξιότητες, τόνιζε την ανάγκη για αξιολογήσεις εκπαιδευτικών, κατάρτιση προσωπικού, έκανε αναφορές στη διεθνή ανταγωνιστικότητα αλλά και στον κοινωνικό ρόλο των Πανεπιστημίων κλπ. Στο ακριβές κείμενο μπορεί εύκολα να ανατρέξει κανείς ακόμη και σήμερα με μια απλή περιήγηση στην ιστοσελίδα anastasiades.com.cy

Ο υποψήφιος τότε και νυν ΠτΔ έκλεισε την παρουσίασή του απευθυνόμενος προς τους νέους που αποτελούσαν την συντριπτική πλειοψηφία του ακροατηρίου λέγοντάς τους, «Ξέρω καλά πως τα πολιτικά θεωρητικά λόγια σας κουράζουν. Θέλετε κάτι περισσότερο. Απαιτείτε κάτι περισσότερο. Σας καλώ σήμερα να ενώσουμε τις δυνάμεις μας. Να κάνουμε πράξη την  αλλαγή που έχει ανάγκη ο τόπος.  Να εργαστούμε μαζί για ένα καλύτερο αύριο. Το δικό σας αύριο».

Γιατί τα γράφω όλα αυτά;

Επειδή εδώ και μερικούς μήνες παρακολουθώ μια ασάφεια ως προς τον προσανατολισμό της παιδείας που εστιάζεται κυρίως στην αντίδραση προς πολιτικές της προηγούμενης κυβέρνησης αντί στην υλοποίηση του συνολικού οράματος της υφιστάμενης. Όμως, στον ευαίσθητο τομέα της παιδείας οι πολίτες απαιτούν κάτι περισσότερο από δημόσιες σκιαμαχίες μεταξύ Αρχιεπισκόπου και των φανταστικών έχθρων εξολόθρευσης των Ελλήνων της Κύπρου δια της κυπριακής διαλέκτου. Η κυπριακή διάλεκτος όπως και η κριτική και η ποντιακή και ένα σωρό άλλες αποτελούν γλωσσικό πλούτο. Προσθέτουν δεν αφαιρούν. Κατ’ ακρίβεια θεωρώ ότι επί της ουσίας μόνο ανασφαλείς άνθρωποι με συμπλέγματα εθνικής κατωτερότητας ανησυχούν ότι θα αφελληνιστούν από τη χρήση ή τη διδασκαλία της διαλέκτου. Είναι αστείο ακόμη και να το συζητάς. Όμως επιμένω ότι το ζήτημα είναι πολύ ευρύτερο και το ουσιαστικό είναι να γίνουν πράξη οι εξαγγελίες. 

Ο Υπουργός Παιδείας και Πολιτισμού έχει στα χέρια του ένα συγκεκριμένο και συγκροτημένο μανιφέστο εκπαιδευτικής πολιτικής στη βάση του οποίου εκλέγηκε η κυβέρνηση την οποία καλείται να υπηρετήσει και την πολιτική της οποίας οφείλει να εφαρμόσει. Η ευθύνη του και τα αποτελέσματα των πράξεών του ή μη θα αντικατοπτρίζονται στο μέλλον των νέων ανθρώπων. Όπως είχε πει ο Πρόεδρος Αναστασιάδης  «η επιτυχία μίας κοινωνίας κρίνεται πλέον από το αν η πολιτεία μπορεί να δώσει τα κατάλληλα κίνητρα, στάσεις και εφόδια γνώσης στους νέους ανθρώπους, στη βάση της στρατηγικής ανάπτυξης της οικονομίας, των αναγκών απασχόλησης αλλά και των δυνατοτήτων ολοκλήρωσης υγιών, σκεφτόμενων και ενεργών πολιτών

Μια πολιτεία κρίνεται όμως και από κάτι άλλο. Τη στάθμη της πολιτικής λογοδοσίας έναντι των πολιτών που την εκλέγουν για να χειριστεί τις τύχες τους. Γιατί για να προοδεύει μια κοινωνία οφείλει να είναι πρώτα κριτική έναντι των επιλογών της αλλά και έναντι αυτών που επέλεξε να την διοικούν. Οι νέοι άνθρωποι απαξιώνουν την πολιτική επειδή οι πολιτικοί τους έχουν συνηθίσει την επόμενη μέρα της εκλογής τους να επιλέγουν αντί για τις τομές, τις επαναλήψεις. Είναι ακόμη νωρίς για να καταλήξουμε σε συμπεράσματα. Ας εκληφθεί όμως το κείμενο ως μια θετική αφύπνιση για να γίνει πράξη η «αλλαγή που έχει ανάγκη ο τόπος…»  και ειδικά η παιδεία.

Για δυνατούς λύτες

Έκπληξη αλλά και πολλές θετικές αντιδράσεις προκάλεσε η πρόταση του Προέδρου του ΔΗΣΥ να αναλάβει πρωτοβουλίες και να επιχειρήσει διάλογο με κόμματα και φορείς της κοινωνίας για τον καθορισμό ορίου θητειών με συνταγματική νομοθετική τροποποίηση, για τις θέσεις του Προέδρου της Δημοκρατίας, των βουλευτών, των Δημάρχων, αλλά και των δημοτικών συμβούλων. Καθώς επίσης και η πρόθεση για συζήτηση θέσπισης της οριζόντιας ψήφου, την αυτόματη εγγραφή ψηφοφόρων στον εκλογικό κατάλογο και την καθιέρωση της ηλεκτρονικής ψήφου.

Πιστεύω ότι δε θα ήταν υπερβολή να λεχθεί πως οι πιο πάνω προτάσεις συμβαδίζουν απόλυτα με τη νέα ηλεκτρονική εποχή αλλά και με τις επιταγές της κοινωνίας των πολιτών. Προσωπικά θα πρόσθετα και τον αυστηρό θεσμικό έλεγχο των εξόδων των προεκλογικών εκστρατειών και με όλα αυτά, αν ποτέ υλοποιηθούν, είμαι βέβαιη πως θα έχουμε ένα σύγχρονο πολιτικό σύστημα το οποίο και θα ανανεώνεται και θα λογοδοτεί.

Εν τούτοις όπως και με κάθε καινούρια και εκσυγχρονιστική πρόταση που χτυπάει κατεστημένα και σπάει στεγανά, προβλέπεται εντονότατη αντίδραση από το εσωτερικό όλων ανεξαίρετα των κομμάτων . Τα επιχειρήματα περί αντιδημοκρατικότητας θεσμικής ρύθμισης της ανανέωσης θα δίνουν και θα παίρνουν ενώ προβλέπω να αρχίσει και ένα μεγάλο παζάρι για απαλλαγή από την πρόνοια μιας πλειάδας κομματικών αξιωματούχων.

Προσωπικά θα συμφωνούσα με τη θέση πως η ανανέωση από μόνη της δε διασφαλίζει απαραίτητα και την πρόοδο, αλλά από την άλλη, στο κυπριακό πολιτικό σύστημα παρατηρείται σε ορισμένες περιπτώσεις μια έντονη μανία μονιμότητας η οποία στο τέλος της ημέρας φανερώνει μια «βαθιά συντηρητική συμπεριφορά» όπως είχε πει κάποτε και ο Κώστας Σημίτης.

Η ανανέωση στην πολιτική ζωή είναι υπόθεση που θα πρέπει να μας αφορά όλους παρόλο που, πολιτικά κόμματα και πολιτικοί ηγέτες φέρουν στους ώμους τους ακόμη μεγαλύτερη ευθύνη για να σπρώχνουν την ανανέωση στο μακρο-επίπεδο της κοινωνίας.

Η ανανέωση σε πρόσωπα και εκλογικά συστήματα δε μπορεί βεβαίως να αποτελέσει τη θεραπεία για όλα τα δεινά της πολιτικής μας ζωής. Από την άλλη όμως, ότι δεν ανανεώνεται και δεν εξελίσσεται δημιουργεί κατεστημένα και όταν το δημόσιο εκλεγμένο αξίωμα μετατρέπεται σε μόνιμη θέση του δημοσίου, αυτά προκύπτουν αυτόματα.

Γι αυτό και ελπίζω πως κοινωνία των πολιτών και κομματικές βάσεις θα υιοθετήσουν και θα σπρώξουν δυναμικά προτάσεις όπως τις πιο πάνω ως ένα σύνολο θεσμικών μεταρρυθμίσεων το οποίο, σε συνδυασμό και με ένα υγιές πολιτικό σύστημα θα συμβάλλει στην πρόοδο της κοινωνίας.

Οι πρόσφατες δημοτικές εκλογές ανέδειξαν πολλά και ενδιαφέροντα νέα στοιχεία στην εκλογική συμπεριφορά των κυπρίων. Από τα πλέον σημαντικά ήταν οι ήττες των μακρά υπηρετούντων υποψηφίων, βλ. Πέτρου, Ηλιοφώτου, Χατζηλοίζου, Παυλίδης, Ττοφιάς, το μεγάλο ποσοστό της αποχής, η ανεξαρτητοποίηση μεγάλου αριθμού ψηφοφόρων από τις κομματικές επιλογές, η πρωτιά νέων ανθρώπων στα δημοτικά συμβούλια αστικών δήμων και η υψηλή εκλεξιμότητα γυναικών επίσης στα δημοτικά συμβούλια. Αλλά ως πιο ενδιαφέρον στοιχείο κρατώ το ότι σπάζει επιτέλους η πολιτική της αριθμητικής. Στις εκλογές 1+1 δεν κάνει απαραίτητα 2. Αυτό μπορεί να προκαλεί πανικό σε ορισμένους ή χαμόγελα αισιοδοξίας σε κάποιους άλλους. Το σίγουρο είναι πως αποτελεί τεράστια πρόκληση για όσους εν δυνάμει υποψήφιους Προέδρους έχουν την πολιτική σκέψη και τόλμη να ανταποκριθούν με συνέπεια στις ανάγκες της κοινωνίας της σύγχρονης Κύπρου. Τα συμπεράσματα δικά σας και ο γρίφος για δυνατούς υποψήφιους…

Scroll to top