κυπριακό

Η Ξένια Κωνσταντίνου στην Efimerida-Cy

Αντίστροφα μετρά ο χρόνος για τη διεξαγωγή των Βουλευτικών Εκλογών του 2021 και οι ρυθμοί του προεκλογικού αγώνα εντείνονται.

Ωστόσο, υπάρχουν και οι υποψήφιοι και οι υποψήφιες που δεν επιδιώκουν το μεγάλο θόρυβο, αλλά, κρατούν σταθερά χαμηλούς τόνους και διατηρούν το σοβαρό κι απλό τους χαρακτήρα. Επιμένουν με συνέπεια στα θέματα προτεραιότητάς τους και εργάζονται μεθοδικά στις επιτροπές τους. Αφήνουν το έργο τους να  πείσει για την εργατικότητα και τη συνέπειά τους.

Μαζί μας σήμερα η κ. Ξένια Κωνσταντίνου, Βουλευτής Λευκωσίας, η οποία επαναδιεκδικεί έδρα στο ψηφοδέλτιο του ΔΗ.ΣΥ στη Λευκωσία. Ανάμεσα σε άλλα μιλά για την αποστασιοποίηση της κοινωνίας από την πολιτική διεργασία, αυτά που την κάνουν περήφανη και όσα την πληγώνουν.

Αναλυτικά όσα ανέφερε στην EfimeridaCy:

Καλή σας ημέρα και καλωσορίσατε στην ιστοσελίδα μας. Πρώτη φορά μαζί μας, αν και η παρουσία σας στον χώρο των blogs και των διαδικτυακών ΜΜΕ χρονολογείται εδώ και περισσότερο από μία δεκαετία…

«Ισχύει. Αρθρογραφώ εδώ και χρόνια. Διατηρώ ένα μπλοκ με όλα τα άρθρα και παρεμβάσεις μου από το 2010 το οποίο πλέον έχει μεταφερθεί στην επίσημή ιστοσελίδα όπου μπορεί κανείς να βρει τις θέσεις μου για την κοινωνία, την πολιτική, την οικονομία, τη νεολαία, τη γυναίκα και βεβαίως το κυπριακό. Πλέον λειτουργεί και σαν ιστορικό αρχείο. Ανοικτά και δημόσια».

Θυμάμαι τότε γύρω στα τέλη του 2011 και αρχές του 2012 όταν και εκλεγήκατε για πρώτη φορά στο Πολιτικό Γραφείο του Δημοκρατικού Συναγερμού, ότι κάνατε λόγο για την Κύπρο του 2020. Ήταν τότε και το ζλόγκαν του κόμματος που έβλεπε μια δεκαετία πιο μπροστά. Σήμερα πλέον ως βουλεύτρια πως κρίνετε αυτή την πορεία;

«Η πορεία της παράταξης του Δημοκρατικού Συναγερμού ήταν δίχως αμφιβολία νικηφόρα έκτοτε. Παρέμεινε πρώτη πολιτική δύναμη και πέτυχε να εκλέξει τον τότε Πρόεδρό της δυο φορές στο ανώτατο αξίωμα της Δημοκρατίας. Για την Κύπρο όμως ήταν μια εξαιρετικά δύσκολη δεκαετία λόγω κρίσης, μνημονίου και όλων των παρενεργειών και επιπτώσεων αυτής. Από το 2016 που βγήκαμε από το τριετές μνημόνιο κι αναπνεύσαμε οικονομικά ξεκίνησαν και οι μεγάλες μεταρρυθμίσεις όπως η μείωση της στρατιωτικής θητείας, η εφαρμογή του ΓΕΣΥ, ο εκσυγχρονισμός της επιδοματικής πολιτικής, η δημιουργία νέων Υφιπουργείων κλπ η πορεία αναστάληκε στα τέλη του 2019 που η πανδημία χτύπησε την πόρτα και στην Ευρώπη. Όμως, σε γενικές γραμμές ήταν μία δεκαετία εκσυγχρονισμού και σε κοινωνικά ζητήματα, όπως τη στρατηγική κατά της σεξουαλικής εκμετάλλευσης παιδιών, την κατοχύρωση του συμφώνου συμβίωσης, την ποινικοποίηση του ομοφοβικού λόγου, το νόμο κατά του σεξισμού, το Σπίτι της Γυναίκας και το Σπίτι του Παιδιού και τόσα άλλα. Θεωρώ ότι αυτή τη στιγμή αυτό το οποίο προέχει άμεσα είναι η έξοδος μας από την πανδημία και η ανάκαμψη της οικονομίας».

Σας ακούσαμε επίσης πολλές φορές να λέτε ότι στην πολιτική ισχύει το «τα πάντα ρει». Πόσο όμως μπορεί να βοηθά στη συμφιλίωση της με την ηθική αυτό; Δηλαδή οκ υπόσχομαι άλφα, εκλέγομαι, πράττω βήτα, αλλά δικαιολογούμαι επειδή «τα πάντα ρει»;

«Προς θεού δεν το λέω με αυτή την έννοια. Η συνέπεια είναι το Άλφα και το Ωμέγα στην πολιτική κι ένδειξη εντιμότητας και συγκρότησης. Εγώ αναφέρω συχνά το αρχαίο ρητό «τα πάντα ρει» γιατί ο πολιτικός οφείλει πάντα να είναι έτοιμος για τις γρήγορες αλλαγές που επισυμβαίνουν καθημερινά στον κόσμο, στην κοινωνία και να αντιλαμβάνεται ότι τίποτα δεν παραμένει στατικό.».

Αισθανθήκατε όλο αυτό το διάστημα όπου το πολιτικό σύστημα της χώρας έχασε την εμπιστοσύνη των πολιτών απογοήτευση; Πώς αντιμετωπίζετε την όλη απαξίωση;

«Ναι, είναι κάτι που συναισθάνομαι. Σε ορισμένες περιπτώσεις η απαξίωση εκφράζεται και ως μόδα, όμως σίγουρα δεν είναι μόνο αυτό. Έχουμε σήμερα πολύ πιο απαιτητικούς πολίτες κι αυτό είναι κάτι ιδιαίτερα θετικό. Πιστεύω ότι η απαξίωση αντιμετωπίζεται μόνο με έργα, πράξεις και θεσμικές πρωτοβουλίες για αλλαγές. Οι διακηρύξεις δε θα βοηθήσουν. Οι παραδοχές όμως όταν είναι ειλικρινείς και συνοδεύονται με έργα μπορούν να κτίσουν ένα πιο υγιές πολιτικό περιβάλλον. Έχουν γίνει λάθη και χρειάζεται επί του πρακτέου να αποδείξεις ότι είσαι έτοιμος ως παράταξη να έρθεις σε ρήξη με παλιές νοοτροπίες και να χαράξεις ένα νέο πιο διάφανο και σύγχρονο δρόμο προς το αύριο».

Γιατί να πάει ένας πολίτης να ψηφίσει σε αυτές τις βουλευτικές εκλογές; Τι έχει να κερδίσει και τι να χάσει;

«Επειδή ο κάθε πολίτης έχει άποψη για τα θέματα που τον αφορούν και ιδιαίτερα στη Βουλή οι αποφάσεις του σώματος έχουν άμεσο και καθοριστικό αντίκτυπο θετικό ή αρνητικό στην καθημερινότητα και στη ζωή του καθενός. Η ψήφος έχει πολύ μεγαλύτερη και ουσιαστικότερη δύναμη από μία ανάρτηση, από ένα άρθρο, από μία διαμαρτυρία. Η ψήφος είναι ο πιο άμεσος τρόπος με τον οποίο μπορούν οι πολίτες να επιλέξουν πορεία».

Σας βλέπουμε να τοποθετείστε έντονα κάθε φορά που πλήγονται τα δικαιώματα, ο ανθρωπισμός και η αξιοπρέπεια του γυναικείου φύλου. Τόσο σε θέματα πολιτικής ισότητας, εργασίας, σεξισμού, διακρίσεων, αθλητισμού, συμμετοχής κτλ. Είναι αυτό μια στάση ζωής;

«Ναι είναι. Πρωτίστως επειδή πιστεύω ότι ο τρόπος που μια κοινωνία συμπεριφέρεται σε κάθε είδους μειονότητα είναι ένδειξη της ποιότητας της δημοκρατίας. Η ανθρώπινη αξιοπρέπεια είναι το 1ο ανθρώπινο δικαίωμα που πρέπει να είναι απαραβίαστο για κάθε άνθρωπο. Είμαι επίσης της άποψης ότι οι πολιτικοί οφείλουν να δείχνουν με ακόμη μεγαλύτερη σαφήνεια τα δημοκρατικά τους αντανακλαστικά κάθε φορά που παραβιάζεται η αξιοπρέπεια και τα δικαιώματα κάθε ατόμου που ανήκει σε κάποια κοινωνική, πολιτική ή αριθμητική μειοψηφία».

Πιστεύετε ότι όλα αυτά τα χρόνια ανάμειξής σας στην πολιτική ήταν αρκετά για να διεκπαιρεώσετε στόχους και οράματα; Γιατί επαναδιεκδικείτε;

«Σε κάποιο βαθμό ναι. Πάντοτε ήμουν της άποψης πως ο Δημοκρατικός Συναγερμός είναι το κόμμα με προοπτική εξουσίας το οποίο μπορούσε να κυβερνήσει την Κύπρο με σύγχρονη αντίληψη για όλα τα μεγάλα ζητήματα. Με ορθολογισμό αλλά και με αναπτυξιακή στόχευση στην οικονομία, με κοινωνική ευαισθησία για τους πλέον αδύναμους, με φιλοευρωπαϊκή προοπτική αλλά και με μία τολμηρή και πατριωτική στάση στο κυπριακό. Στην οικονομία, το 2013 παραλάβαμε μία χρεωκοπημένη χώρα και μέσα σε τρία χρόνια μπορέσαμε όλοι μαζί να την επαναφέρουμε. Στα κοινωνικά ζητήματα πετύχαμε πράγματα ρηξικέλευθα, επαναφέραμε συντάξεις, δικαιώματα, αυξήσαμε επιδόματα, κατοχυρώσαμε νέα δικαιώματα. Στο κυπριακό έχουμε διανύσει μακρύ δρόμο στις διαπραγματεύσεις αλλά δυστυχώς ο μεγάλος μας στόχος δεν έχει ακόμη επιτευχθεί κι αναφέρομαι στη λύση και την επανένωση της Κύπρου. Έχουμε μπροστά μας μακρά πορεία και πολλά να επιδιώξουμε ακόμη».

Γέννημα-θρέμα του Πανεπιστημίου Κύπρου από τη δεκαετία του 1990, απόφοιτος  και αργότερα μέλος του επιστημονικού διοικητικού προσωπικού στις νέες εγκαταστάσεις. Σήμερα πόσο περήφανη είστε για το Πανεπιστήμιο;

«Πάρα πολύ περήφανη. Όντως έχω ζήσει στο Πανεπιστήμιο σχεδόν τη μισή μου ζωή. Πέτυχε το Πανεπιστήμιο Κύπρου μεγάλα και σπουδαία επιστημονικά και ερευνητικά επιτεύγματα που κάνουν κάθε Κύπριο περήφανο. Το Πανεπιστήμιο υπήρξε πρότυπο για τα δεδομένα της Κύπρου. Νιώθω περήφανη που αποτέλεσα μέρος της εξέλιξης του και απόφοιτός του αλλά πλέον το μοντέλο που το έφερε μέχρι εδώ χρειάζεται εκσυγχρονισμό. Μεγαλύτερη διαφάνεια και αξιοκρατία, περισσότερη εξωστρέφεια».

Δεν έχετε κατηγορηθεί ποτέ για κάποιο σκάνδαλο, διαφθορά ή διαπλοκή. Το μόνο που θυμάμαι είναι εκείνη την λίστα 39 ονομάτων δημόσιων υπαλλήλων που κατείχαν παράλληλα και κομματικά αξιώματα και δημοσιοποίησε ο ΥΠΟΙΚ το 2017 και από την οποία ο συνάδελφος σας Νίκος Κέττηρος του ΑΚΕΛ εντόπισε ότι απουσιάζατε. Απαντήσατε άμεσα για το θέμα αυτό και έκλεισε.

Συμφωνείτε με την άποψη που έχει σήμερα μια μεγάλη μερίδα της κοινωνίας ότι είστε όλοι οι ίδιοι, παίζετε με τους νόμους και δεν πείθετε κανένα;

«Δηλώνω σεμνά και έντιμα ότι κανένας και ποτέ δε θα βρει το δικό μου όνομα εμπλεκόμενο σε σκάνδαλα ή διαπλοκή. Για το περιστατικό στο οποίο αναφέρεστε αφορούσε στην γραπτή άδεια που όφειλαν τα πολιτικά στελέχη να έχουν που υπηρετούσαν σε κλίμακες άνω της Α8 της δημόσιας υπηρεσίας. Η πραγματικότητα είναι πως όχι μόνο δεν έκρυψα ποτέ την ιδιότητα μου από τη διοίκηση του Πανεπιστημίου Κύπρου τότε, αλλά αντίθετα, ακριβώς και λόγω αυτής για χρόνια δεν είχα προσωπική άδεια καθώς για κάθε πολιτική μου υποχρέωση δήλωνα προσωπική άδεια. Οπότε και παρόλο που το Πανεπιστήμιο δεν εμπίπτει με την αυστηρή έννοια σε αυτή τη ρύθμιση εντούτοις, όταν ανέκυψε το θέμα την επομένη κιόλας αιτήθηκα και πήρα τη γραπτή διαβεβαίωση  για σκοπούς δεοντολογίας. Θεωρώ την πολιτική ενασχόληση ως πράξη ευθύνης και καθόλου δε με ενοχλεί ο επιπλέον έλεγχος λόγω αυτής. Το θεωρώ καθήκον και υποχρέωση του κάθε πολιτικού».

Θεωρείστε από τις πολιτικούς που έχουν ξεκάθαρες θέσεις και μιλούν σε όλα τα ΜΜΕ χωρίς διακρίσεις. Πώς σχολιάζετε την σχέση του κόμματος σας και της κυβέρνησης με τους δημοσιογράφους με αφορμή βεβαίως και τα όλα όσα έγιναν στις υποθέσεις Μακάριου Δρουσιώτη και Ανδρέα Παράσχου;

«Σέβομαι απόλυτα τον θεσμικό ρόλο που έχει ο κάθε λειτουργός τύπου. Θεωρώ όμως επίσης ότι όπως κρίνεται ο καθένας μας έτσι κρίνεται και το κάθε μέσο και ο κάθε δημοσιογράφος. Προσωπικά συνδέομαι φιλικά και με τους δύο και ιδιαίτερα με τον κ. Παράσχο μας συνδέει και μια πολύ στενή οικογενειακή σχέση καθώς ήταν συμπολεμιστής με τον πρώην αγνοούμενο θείο μου,  παιδικός του φίλος, αλλά, κι ένας από τους ανθρώπους που βοήθησε ουσιαστικά και πρακτικά την οικογένειά μας για να εντοπίσει τα οστά του ήρωα. Τον εκτιμώ απεριόριστα και τίποτα δεν αλλάζει αυτό το γεγονός».

Ως άνθρωπος που όπως είπαμε και πριν ζήσατε την εποχή της μετάβασης, της δημιουργίας νεών σχολών, των ιδιωτικών Πανεπιστημίων και των μεταρρυθμίσεων στον χώρο, ποιο το σχόλιό σας;

«Χαίρομαι πραγματικά για την εξέλιξή της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης στον τόπο μας. Η ίδρυση του Πανεπιστημίου Κύπρου αποτέλεσε για την εποχή του μία εκπαιδευτική αλλά και μία κοινωνική επανάσταση. Η πορεία και η εξέλιξή του ξεπέρασαν κάθε προσδοκία και γι’ αυτό ο πήχης είναι πολύ ψηλά. Πέραν τούτου αντίστοιχα σημαντικό ήταν το έργο που έγινε κι από το ΤΕΠΑΚ, το Ανοικτό Πανεπιστήμιο αλλά και τα ιδιωτικά Πανεπιστήμια όπου σπούδασαν πλέον γενιές κυπρίων και συνέφεραν ουσιαστικά στο ΑΕΠ αλλά και στην ευρύτερη ανάπτυξη του τόπου. Θεωρώ ότι η έρευνα και η καινοτομία είναι από τους πλέον βιώσιμους τομείς στους οποίους πρέπει να επενδύουμε διαρκώς. Τα Πανεπιστήμια μας σε σχέση με τις υπόλοιπες ευρωπαϊκές χώρες κατατάσσουν τη χώρα μας πάντοτε πολύ ψηλά σε όλους τους δείκτες και στην απορρόφηση ευρωπαϊκών κονδυλίων, πράγμα που καταδεικνύει στην πράξη ότι κάθε ευρώ που επενδύεται από κρατικούς πόρους, επιστρέφει πίσω στο πολλαπλάσιο δημιουργώντας νέες ποιοτικές θέσεις εργασίας».

 

Πάμε τώρα στα προσωπικά σας. Όπως γνωρίζουμε έχετε μία κορούλα 8 ετών με την οποία συχνά μοιράζεστε δημόσια στιγμές…

«Αναπόφευκτα. Είναι όχι απλά μέρος της ζωής μου αλλά η ζωή μου όλη. Μέσα από τα μάτια ενός παιδιού βλέπεις θεωρώ τον κόσμο πιο καθαρά. Τα παιδιά είναι αυθεντικά, έχουν κρίση και έχουμε το χρέος να τους αφήσουμε ένα κόσμο πιο ευαίσθητο, πιο δίκαιο και καλύτερο. Όπως λένε και οι στίχοι του Παύλου Σιδηρόπουλου, «Υπερασπίσου το παιδί γιατί αν γλιτώσει το παιδί υπάρχει ελπίδα». Γι’ αυτό είναι θεωρώ απαραίτητο να υπερασπιστούμε το περιβάλλον, τη βιώσιμη ανάπτυξη και πρωτίστως ένα πιο ειρηνικό κι ελπιδοφόρο μέλλον για την πατρίδα μας».

Τέλος τι μήνυμα θέλετε να στείλετε σε όσους μας διαβάζουν εξ αφορμής της πρώτης σας παρουσίας στην EfimeridaCy;

«Το μήνυμα που θέλω να στείλω ευχαριστώντας βεβαίως κατ’ αρχήν εσένα Τάσο και την Efimerida-Cy, είναι πως ακόμη και στην πολιτική, τα πράγματα όταν χαλούν, μπορούμε πάντα να τα διορθώσουμε. Έχω απόλυτη επίγνωση του τί κάναμε σωστά και που σφάλαμε. Ζητώ τη στήριξη του κόσμου σεμνά και ταπεινά, για να συνεχίσω να χαράσσω στη Βουλή με συνέπεια, καθαρή και δυνατή φωνή μία νέα εποχή στην πολιτική. Εύχομαι να σας βρω συνοδοιπόρους σε αυτό. Σας ευχαριστώ μέσα από την καρδιά μου για την ευκαιρία που μου δώσατε! Να ‘στε καλά!»

Τάσος Θεοδώρου

EfimeridaCy

Και τώρα;

Ο Πρόεδρος έκανε μια ομολογουμένως πολύ καλή εμφάνιση ενώπιον της Γενικής Συνέλευσης του Οργανισμού των Ηνωμένων Εθνών, με μία συγκροτημένη και σαφή ομιλία αναφορικά με τους στόχους και τις επιδιώξεις της πλευράς μας. Με τα σωστά ερωτήματα απέναντι στην Τουρκία αναφορικά με τη στάση και τις παραβιάσεις της και με αποδέκτη το σύνολο της διεθνούς κοινότητας. Ο Πρόεδρος απέφυγε οτιδήποτε θα μπορούσε να θεωρηθεί ως γενικό ή αμφιλεγόμενο. Πέτυχε έτσι να τοποθετήσει με τον πλέον επίσημο τρόπο και δια του βήματος της Γ.Σ. τη ξεκάθαρη θέση και προσήλωση της ελληνοκυπριακής κοινότητας στη λύση της ΔΔΟ και να κλωτσήσει την μπάλα πίσω στο γήπεδο της Τουρκίας.

Το ερώτημα που ανακύπτει είναι τι γίνεται τώρα; Ο Γ.Γ. των Η.Ε. είχε διαδοχικές συναντήσεις τόσο με τον Πρόεδρο Αναστασιάδη, όσο και με τον ηγέτη της τουρκοκυπριακής κοινότητας. Οι δηλώσεις που έγιναν στη συνέχεια φανέρωσαν τη δυσπιστία που εξακολουθεί να υπάρχει μεταξύ των δύο μερών αλλά και την αμοιβαία σύγκλιση ότι η οποιαδήποτε νέα πρωτοβουλία πρέπει να οδηγήσει σε αποτελέσματα.

Και τώρα τι; Αν ισχύουν οι πηγές που αναφέρουν ότι ο ΓΓ προτίθεται να συγκαλέσει εντός φθινοπώρου τριμερή ή και άτυπη πενταμερή αυτό θα σημαίνει ότι η διαδικασία των διαπραγματεύσεων θα επαναρχίσει με συγκεκριμένους όρους αναφοράς. Τη στιγμή μάλιστα που η Τουρκία προχωρά μονομερώς σε παράνομες ενέργειες τόσο εντός της κυπριακής ΑΟΖ αλλά και σε σχέση με τις εξαγγελίες και τις κινήσεις στις οποίες προβαίνει σε σχέση με την περίκλειστη πόλη της Αμμοχώστου.

Στην προχθεσινή του ομιλία από το βήμα της Γ.Σ. του ΟΗΕ ο Πρόεδρος της Τουρκίας προέβη σε μία αρχηγική ομιλία όπου έστρεψε τα πυρά του κατά των Ελληνοκυπρίων αλλά παράλληλα έδειξε ότι η ενεργειακή διάσταση του ζητήματος  τον απασχολεί περισσότερο από οτιδήποτε άλλο. Την ίδια στιγμή βεβαίως επανέλαβε τη δική του κόκκινη γραμμή ότι οι μηδενικές εγγυήσεις δε θα γίνουν αποδεκτές από την Τουρκία. Η κατάσταση προμηνύεται δύσκολη και επικίνδυνη. Από την άλλη οι εκλογές στα κατεχόμενα την ερχόμενη Άνοιξη θέτουν ένα χρονικό ορόσημο καίριας σημασίας. Τυχόν «απόσυρση» από την πολιτική σκηνή του Μουσταφά Ακιντζί θα αποτελούσε πιθανόν ταφόπλακα σε κάθε νέα προσπάθεια επιδίωξης μιας Διζωνικής Δικοινοτικής Ομοσπονδιακής λύσης και θα οδηγούσε στον πλήρη έλεγχο των Τουρκοκυπρίων από την Άγκυρα.

Οπότε καλοδεχούμενη η εξαγγελία του ΓΓ για ανάληψη νέας πρωτοβουλίας και καταδικαστέα η απόφαση της Τουρκίας να επαναεισβάλει στην ΑΟΖ της Δημοκρατίας. Το ερώτημα όμως που εξακολουθεί να πλανάται είναι κατά πόσο η δική μας πλευρά έχει την «πολυτέλεια» του χρόνου ή όχι. Κατά την άποψή μου, δυστυχώς δεν την έχει. Πρώτο επειδή τίποτα και κανένας δε μπορεί να εγγυηθεί τη διακοπή των παράνομων ενεργειών της Τουρκίας. Δεύτερο, δημιουργείται σοβαρή υποψία ότι η Τουρκία ενδεχομένως δια μέσου των παράνομων ενεργειών της να επιδιώκει να κερδίσει χρόνο και να σπρώξει την πλευρά μας σε μία λύση δύο κρατών, και τρίτο, τυχόν αλλαγή στην ηγεσία των Τουρκοκυπρίων ίσως να φέρει νέα δεδομένα και νέες επιδιώξεις στο τραπέζι των συνομιλιών τα οποία θα απέχουν πολύ από τα ψηφίσματα των Η.Ε. και την ομοσπονδιακή λύση.

Πάταξον μέν, ἄκουσον δε.

Η “Απόφαση Ειρήνης” είναι ένα πρωτόγνωρο συναπάντημα ανθρώπων που τους ενώνει η έγνοια τους για τον τόπο. Η ανησυχία μπροστά στο ενδεχόμενο της οριστικής διχοτόμησης και η διάθεσή τους να ξυπνήσουν ξανά το ενδιαφέρον και την ελπίδα στη συντριπτική μερίδα του κόσμου που επιθυμεί να δει λύση στο κυπριακό.

Η ομάδα της πρωτοβουλίας “Απόφαση Ειρήνης” δε θα μετατρέψει το ΔΗΣΥ σε ΑΚΕΛ ούτε το ΑΚΕΛ σε ΔΗΣΥ. Δε θα μετατραπεί σε κίνημα ή σε κόμμα πάρα μόνο θα επιδιώξει να μαζικοποιήσει και να εντατικοποιήσει τον διάλογο γύρω από το κυπριακό και την ανάγκη επανέναρξης των διαπραγματεύσεων με σκοπό τη θετική κατάληξη. Η ομάδα της πρωτοβουλίας στηρίζεται και πρεσβεύει τον απόλυτο σεβασμό στην πολιτική ιστορία του κάθε ιδρυτικού της μέλους και στις διαφορετικές ιδεολογικές προσεγγίσεις που εκφράζει δημόσια ο καθένας και η κάθε μία ξεχωριστά. Η “Απόφαση Ειρήνης”, δεν τρέφει αυταπάτες ότι με την παρουσία της τάχα και μόνο ή με την καλύτερη ενημέρωση και τη συζήτηση ότι το κυπριακό αυτόματα θα επιλυθεί. Κατανοεί πλήρως τις πολυπλοκότητα, τις ιδιαιτερότητες και το ιστορικό βάθος του κυπριακού. Η “Απόφαση Ειρήνης” τέλος, δεν αποτελεί όχημα ούτε για φιλοδοξίες, ούτε για ευσεβοποθισμούς. Η “Απόφαση Ειρήνης” δεν φλερτάρει με λογικές τύπου “λύση να ‘ναι κι ότι να ‘ναι”. Ούτε και επιδιώκει να σπρώξει προς την κατεύθυνση της διευθέτησης δίχως συγκεκριμένους όρους.

Η “Απόφαση Ειρήνης” συστάθηκε με βασική της έγνοια και ευθύνη να διασφαλίσει ότι η Διζωνική Δικοινοτική Ομοσπονδία θα αποτελέσει τη βάση λύσης του κυπριακού ως η καλύτερη προοπτική για ειρήνη, ασφάλεια και ευημερία στο νησί. Επιπλέον, η πρωτοβουλία αναγνωρίζει το τεράστιο έργο που έχει επιτευχθεί από την νυν και τις προηγούμενες κυβερνήσεις και εκτιμά ότι στη βάση της διαπραγμάτευσης που προηγήθηκε, των σημείων όπου υπάρχουν ήδη συγκλίσεις ή όπου εξακολουθούν να υφίστανται αποκλίσεις, η προοπτική της θετικής κατάληξης είναι ρεαλιστική και εφικτή. Γι’ αυτό το λόγο η ομάδα έχει παρουσιάσει το πλαίσιο που θεωρεί ότι πρέπει να κινηθεί η νέα προσπάθεια. 

Κι αυτά είναι,
Στοχοπροσήλωση στη συμφωνημένη μορφή λύσης του Κυπριακού που είναι η Διζωνική Δικοινοτική Ομοσπονδία. Αξιοποίηση του πλαισίου Γκουτέρες ως του σημείου αναφοράς για την συνέχιση των διαπραγματεύσεων. Εποικοδομητική συμμετοχή στη διαδικασία των διαπραγματεύσεων, με ψυχραιμία και νηφαλιότητα. Αποφυγή έντασης και αντιπαράθεσης ανεξαρτήτως των προκλήσεων που παρουσιάζονται και κλιμακώνονται. Συνεννόηση και συνεργασία με όλες τις πολιτικές δυνάμεις που υποστηρίζουν την επίλυση του Κυπριακού στη βάση της Διζωνικής Δικοινοτικής Ομοσπονδίας. Διαφανής και ειλικρινής ενημέρωση της πολιτικής ηγεσίας και της κοινωνίας για την πρόοδο των διαπραγματεύσεων.

Έχουν γραφτεί κι έχουν ακουστεί πολλά γύρω από την πρωτοβουλία και τα άτομα που την περιβάλλουν. Ίσως η συμμετοχή μου να μη με καθιστά αντικειμενική στην κρίση μου. Εκείνο όμως το οποίο γνωρίζω είναι ότι η συνέπεια στην πολιτική αποτελεί το Άλφα και το Ωμέγα για την πολιτική αξιοπιστία του καθενός και της καθεμίας.

Πάταξον μέν, ἄκουσον δε. Το γεγονός του ότι σοβαροί βετεράνοι πολιτικοί σε συνεργασία με νέους επιστήμονες ενώνουν τη φωνή τους για να μιλήσουν δημόσια για το εθνικό ζήτημα με λόγο κατανοητό, μεστό και αισιόδοξο, είναι από μόνο του ελπιδοφόρο πως ίσως μια μέρα μπορέσουμε να υπερβούμε αυτό που σήμερα εμφανίζεται ως αδύνατο.

Από τη δημοσιογραφική της Τετάρτης εκείνο που κράτησα ήταν μια σκληρή διαπίστωση που ακούστηκε από έναν από τους ομιλητές.  «Όλοι εμείς –λέει- που είμαστε σήμερα εδώ σε αυτή την αίθουσα τη ζωή μας σημάδεψε το κυπριακό όπως είναι τα τελευταία 45 χρόνια. Είναι 45 ολάκερα χρόνια. Δεν έχει πλέον και πολύ νόημα για εμάς. Εμείς αυτό ζήσαμε. Το θέμα είναι τι θα ζήσουν οι επόμενες γενιές.»


Ένα νέο Ελσίνκι

Τελικά η πενταμερής δε βρίσκεται στο τραπέζι της σημερινής συνάντησης Ακιντζί – Αναστασιάδη και ενδεχομένως μάλιστα ούτε και να βρέθηκε ποτέ, πέραν κάποιων προφορικών δηλώσεων. Η σημερινή συνάντηση η οποία στόχο έχει την επανέναρξη των διαπραγματεύσεων για το κυπριακό δυστυχώς δε συγκεντρώνει μεγάλες πιθανότητες επιτυχίας επειδή, τα δύο μεγάλα αγκάθια του κυπριακού (πολιτική ισότητα και ασφάλεια/εγγυήσεις) όχι απλά παραμένουν, αλλά επιπλέον, οι διαφορές που χωρίζουν τις δύο πλευρές έχουν διευρυνθεί. Καπάκι σε αυτά έρχεται να προστεθεί η προκλητικότατη στάση της Τουρκίας με τις συνεχείς παραβιάσεις και παράνομες ενέργειές της στην κυπριακή αποκλειστική οικονομική ζώνη της Κύπρου.

Μέσα σε αυτό το εξαιρετικά σύνθετο και κακό πολιτικό κλίμα δύσκολα μπορεί να καταλάβει κανείς αν υπάρχει πραγματικά λόγος για τη σημερινή συνάντηση, εκτός και αν γίνεται “για τα μάτια του κόσμου” και μόνο. Σε κάθε περίπτωση όμως, ας ελπίσουμε ότι θα είναι ο προπομπός για κάτι πιο ουσιαστικό.

Το ζήτημα είναι τι έχει να γίνει απ’ εδώ και πέρα κι ενόψει φθινοπώρου. Η δική μας πλευρά σίγουρα δε μπορεί να “επιτρέψει” τη διαιώνιση μίας κατάστασης η οποία έχει περιγραφεί ως η “δεύτερη εισβολή” να συνεχιστεί. Από την άλλη, οι προσπάθειες για κυρώσεις και άλλα μέτρα δε στάθηκαν αρκετά για να αλλάξουν οτιδήποτε επί του πρακτέου. Οπότε απαιτείται ένας άμεσος μετασχηματισμός στόχων και πρακτικής στη βάση του ότι η ενεργειακή προοπτική πρέπει να θέσει το πλαίσιο για την επίλυση του κυπριακού και την αντιμετώπιση της τουρκικής προκλητικότητας.

Πολλοί σήμερα θα αντιδράσουν στην προοπτική άμεσης διασύνδεσης της λύσης του κυπριακού με τις εξελίξεις στον τομέα της ενέργειας. Εξάλλου πολλοί είχαν αντιδράσει και όταν η ευρωπαϊκή προοπτική της χώρας μας διασυνδέθηκε με εκείνη της Τουρκίας. Εντούτοις, εκείνη η στρατηγική όχι μόνο οδήγησε στη μεγαλύτερη διπλωματική και πολιτική νίκη της Κύπρου μετά το ’74 αλλά επιπλέον οι μετέπειτα εξελίξεις δικαίωσαν εκείνους τους λίγους που την υπερασπίστηκαν και εφάρμοσαν στην πράξη.

Κάτι αντίστοιχο επαναλαμβάνεται και σήμερα. Η Τουρκία επιδιώκει να κερδίσει το ηθικό πλεονέκτημα προτάσσοντας για άλλη μια φορά την “προστασία των Τουρκοκυπρίων” ισχυριζόμενη ότι προτού η Κ.Δ. προχωρήσει σε γεωτρήσεις, οφείλει να επιλύσει το κυπριακό, διαφορετικά θα παρέμβει η ίδια. Όπως και έκανε. Τα ίδια ακριβώς συνέβησαν τη δεκαετία του ’90 με την προετοιμασία για τις ενταξιακές διαπραγματεύσεις Κύπρου και Ε.Ε. να βρίσκονται στο αποκορύφωμά τους. Η Τουρκία επέμενε πάλι τότε ότι η Κύπρος δε μπορεί να ενταχθεί στην Ε.Ε. δίχως τη προηγούμενη  λύση του κυπριακού διαφορετικά προειδοποιούσε με casus belli.

Το Ελσίνκι έλαβε πολλή κριτική από πολιτικούς κύκλους σε Ελλάδα και Κύπρο επειδή πολλοί αντέδρασαν για την απόδοση της ιδιότητας υποψήφιου μέλους στην Τουρκία ως αντάλλαγμα για τη συμφωνία. Ήταν πολύ μύωπες για να δουν την τεράστια σημασία που είχε για την Κύπρο το κείμενο του Συμβουλίου. Η ένταξη της Κύπρου δίχως αστερίσκους και υποσημειώσεις την “απελευθέρωνε” από όμηρο της Τουρκίας και άνοιγε διάπλατα τις πόρτες στην ολοκλήρωση της ενταξιακής της πορείας.

Η Κύπρος σήμερα έχει ανάγκη από ένα νέο Ελσίνκι ή καλύτερα από μία νέα μεγάλη στρατηγική όπου το φυσικό αέριο θα τοποθετείται στο επίκεντρο ως εργαλείο ειρήνης αντί ως αιτία έντασης και συγκρούσεων στην περιοχή. Η ιστορία είναι πολύ νωπή για να μην τη θυμάται κανείς και η σύγχρονη ιστορία του κυπριακού φανερώνει ότι κάθε φορά που η ελληνοκυπριακή ηγεσία παρασυρόταν από σύνδρομα γιγαντισμού δεν είχαμε καλή κατάληξη. Γι’ αυτό ας ανασυνταχθούμε κι ας αναθεωρήσουμε στρατηγική προτού δημιουργηθούν νέα αρνητικά τετελεσμένα. 

“Μετρά πρώτα κι ύστερα παίζει”.

Συνάντηση με τον Μουσταφά Ακιντζί θα έχει ο Πρόεδρος Αναστασιάδης με σκοπό να συζητήσουν την διοργάνωση πενταμερούς διάσκεψης για να τεθεί το πλαίσιο επανέναρξης των συνομιλιών. Καλή είδηση αυτό, ειδικά μετά από ένα μήνα ιδιαίτερα αρνητικών εξελίξεων. Το θέμα είναι κατά πόσο αυτή η πρόθεση έχει δυνατότητες επιτυχίας. Προαπαιτούμενο, λέει στη δήλωση του Κυβερνητικού εκπροσώπου, είναι η Τουρκία να σταματήσει τις έκνομες ενέργειές της στην ΑΟΖ της Κύπρου. 

Η Τουρκία από την άλλη «καταγγέλλει» την Κυπριακή Δημοκρατία ότι δε φρόντισε να προχωρήσει σε μία συμφωνία με τους Τουρκοκυπρίους για το διαμοιρασμό των κερδών από το φυσικό αέριο ή για να επιλύσει το κυπριακό προτού αρχίσει τις γεωτρήσεις. Η ίδια ισχυρίζεται επίσης ότι είναι πρόθυμη να σταματήσει τα δικά της τρυπάνια εφόσον σταματήσουν και τα ενεργειακά σχέδια της Κυπριακής Δημοκρατίας. Ένα ανάλογο επιχείρημα χρησιμοποίησε και πριν από 45 χρόνια για να εισβάλει παράνομα στο έδαφος της Κύπρου με καταστροφικές συνέπειες.

Κατά συνέπεια και δίχως να θέλω να γίνομαι μάντης κακών, δε βλέπω καμιά απολύτως προοπτική άμεσης συνέχισης ή επανέναρξης του διαλόγου. Αντίθετα η ένταση κορυφώνεται διαρκώς στη νοτιοανατολική Μεσόγειο. Η Τουρκία συνεχίζει απτόητη το επικίνδυνο παιχνίδι μεταξύ ΗΠΑ και Ρωσίας και οι Βρυξέλλες απέδειξαν ότι η οικονομία ήταν, είναι και θα παραμείνει η προτεραιότητά τους έναντι της πολιτικής.

Το ζητούμενο είναι τι μπορεί να κάνει η Λευκωσία μέσα σε όλο αυτό το σκηνικό η οποία προς το παρόν δείχνει να έχει απωλέσει εντελώς την πρωτοβουλία κινήσεων. Εξάλλου, το γεωπολιτικό παιχνίδι που εξελίσσεται στην περιοχή γύρω από την κατασκευή του αγωγού μεταφοράς φυσικού αερίου EastMed από τη Μεσόγειο στην Ευρώπη είναι πολύ μεγαλύτερης σημασίας από την κατανομή τάχα των κερδών στην Τουρκοκυπριακή κοινότητα. Οι τ/κ δεν είναι τίποτα περισσότερο και τίποτα λιγότερο από ένα βολικό επιχείρημα για την Τουρκία.

Η πιθανότητα όμως να μείνει οριστικά εκτός των ενεργειακών σχεδιασμών είναι κάτι που την αφορά και την επηρεάζει άμεσα. Το ίδιο βεβαίως και τη Ρωσία. Γι’ αυτό και οι σχέσεις των δύο ξαφνικά βρέθηκαν να διάγουν τη χρυσή τους περίοδο.

Το ανησυχητικό είναι πως, «όταν μαλώνουν οι ελέφαντες την πληρώνουν τα βατράχια» και το μόνο βέβαιο είναι ότι Τουρκία και Ρωσία θα επιδιώξουν να ακυρώσουν ή και να ανατρέψουν την κατασκευή του αγωγού.

Καταλήγοντας από εκεί που ξεκίνησα. Η Λευκωσία έχει ένα εν δυνάμει σύμμαχο τον οποίο δεν έχει δείξει μέχρι στιγμής την πρόθεση να αξιοποιήσει σοβαρά για να αντικρούσει το επιχείρημα της Άγκυρας περί προστασίας των μελλοντικών δικαιωμάτων των Τουρκοκυπρίων και αυτοί είναι οι ίδιοι οι Τουρκοκύπριοι και πιο συγκεκριμένα ο Μουσταφά Ακιντζί.

Αν δεν καταστεί εφικτό να επέλθει μία συμφωνία μεταξύ ελληνοκυπριακής και τουρκοκυπριακής πλευράς για την αξιοποίηση του ενεργειακού πλούτου της χώρας πολύ ανησυχώ ότι οι εξελίξεις δε θα είναι ευχάριστες.  

Καταλήγοντας, κι επειδή αύριο συμπληρώνονται 45 χρόνια από την επέτειο της μαύρης εισβολής του 1974 θέλω να κλείσω με μια αναφορά στον ιστορικό ηγέτη της δεξιάς τον Γλαύκο Κληρίδη ο οποίος τακτικά με διάθεση αυτοκριτική και έχοντας πλήρη επίγνωση των λαθών που μας οδήγησαν στα τραγικά γεγονότα του ’74 έλεγε, «…Δεν παρακολουθούσαμε τις διεθνείς εξελίξεις. Η μόνη εξέλιξη που παρακολουθούσαμε ήταν μέσα στην Κύπρο και πως θα πείσουμε τους άλλους ότι έχουμε δίκιο… Ένας statesman μετρά πρώτα τι περιθώρια έχει να κάνει συγκεκριμένες κινήσεις και ύστερα παίζει…». Και ο νοών νοείτω.


Το μειλίχιο τέρας της αποχής και η διαφαινόμενη κρίση

Βάση της προψεσινής δημοσκόπησης του OMEGA το 50% των εγγεγραμμένων ψηφοφόρων, βρίσκεται στα όρια της αδιευκρίνιστης ψήφου. Είτε αυτή καταμετράται ως αποχή, είτε ως «Δεν αποφάσισα ακόμη», είτε ως «Άκυρο», είτε ως «Λευκό», είτε τελικά ως «Δεν ψηφίζω».

Έτσι εύκολα αντιλαμβάνεται κανείς πως, το τελικό ποσοστό προσέλευσης στην κάλπη από αυτή την αδιευκρίνιστη ψήφο, θα κρίνει τις τελικές συσπειρώσεις και άρα το αποτέλεσμα στις ευρωεκλογές της 26ηςΜαΐου με ένα καυτό καλοκαίρι να ακολουθεί. Κι αυτό όχι μόνο λόγω καιρικών συνθηκών, αλλά κυρίως, λόγω της επερχόμενης κορύφωσης της κρίσης στην κυπριακή ΑΟΖ, η οποία αναπόφευκτα θα επηρεάσει ευρύτερα τα ελληνοτουρκικά με έμπειρους αναλυτές να θυμίζουν την υπόθεση της κρίσης των Ιμίων του 1996.

Η Τουρκία αυτή τη στιγμή, είτε με τον ένα είτε με τον άλλο τρόπο γνωρίζει ότι πρέπει να δηλώσει παρούσα στις ενεργειακές διεκδικήσεις της περιοχής και αυτό πράττει. Οπότε η ανάγκη διευθέτησης των προβλημάτων με την Τουρκία με τον ένα ή τον άλλο τρόπο θα εμφανιστεί στον ορίζοντα, θέλουμε δεν θέλουμε.

Το ερώτημα αφορά το πότε και κυρίως το πως. Επειδή μπορεί αρκετοί να προτιμούν να παρουσιάζουν το πρόβλημα ως ένα καθαρά ενεργειακό ζήτημα, όμως στον πυρήνα του το ζήτημα αφορά και εκτείνεται στο άλυτο κυπριακό καθώς και στις ευρω-τουρκικές σχέσεις.

Με γνώμονα τα παραπάνω, τα εκλογικά αποτελέσματα των ευρωπαϊκών εκλογών που πλησιάζουν αποκτούν ακόμη μεγαλύτερη σημασία. Γιατί τυχόν επικράτηση των αντιευρωπαϊστών θα έχει αρνητικές επιπτώσεις στη σύνθεση του νέου ευρωκοινοβουλίου με αποτέλεσμα την ολοένα και αυξανόμενη τάση αποδόμησης της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης και την απομάκρυνση από συντονισμένες ενέργειες εξωτερικής πολιτικής.

Όμως έχει καταστεί πλέον σαφές –ιδιαίτερα και μετά τις εξελίξεις των τελευταίων εβδομάδων- ότι η Κύπρος δε μπορεί από μόνη της να αντιμετωπίσει τη διαφαινόμενη πρόκληση που ακολουθεί. Έχει ανάγκη την ενωμένη Ευρώπη και τη στήριξη των κυβερνήσεων των ισχυρών κρατών μελών. Αν λάβουμε υπόψη στην εξίσωσή μας και την επικείμενη έξοδο του Ηνωμένου Βασιλείου από την Ε.Ε. το αργότερο τέλος Οκτωβρίου, αυτό μετακινεί ακόμη περισσότερο το κέντρο βάρους στις Βρυξέλλες και στο Γερμανογαλλικό άξονα.

Οι στρατηγικές σχέσεις που έχει κτίσει η Κυπριακή Δημοκρατία με την προσωπική εμπλοκή και ανάμειξη του Ιωάννη Κασουλίδη, του Αβέρωφ Νεοφύτου και του Προέδρου Αναστασιάδη με το Ευρωπαϊκό Λαϊκό Κόμμα και την ηγεσία του είναι ασπίδες που θωρακίζουν τη Δημοκρατία μπροστά στο διαφαινόμενο ενδεχόμενο πολιτικής κρίσης στα ευρώ-τουρκικά με επίκεντρο την Κύπρο.

Είναι γι’ αυτό το λόγο που το μειλίχιο τέρας της αποχής, οφείλει να δώσει τη θέση του στη πολιτική λογική και ευθύνη. Ισχυρή Κύπρος στην ενωμένη Ευρώπη σημαίνει ψήφος στις φιλοευρωπαϊκές δυνάμεις της χώρας. Στις δυνάμεις εκείνες που έχουν αποδείξει ότι μπορούν και ξέρουν να διασυνδέουν τις εθνικές εξελίξεις με τις ευρωπαϊκές και να ευθυγραμμίζουν με αξιοπιστία τα εθνικά με τα ευρωπαϊκά συμφέροντα.

Καταλήγοντας, θεωρώ ότι οι πολιτικές εξελίξεις προ μηνύονται καταιγιστικές και κρίσιμες τόσο για την εξέλιξη των ελληνοτουρκικών αλλά και για την ευρύτερη επανατοποθέτηση των ευρωτουρκικών. Η Κύπρος έχει ανάγκη περισσότερο από ποτέ να βρίσκεται στην καρδιά της Ευρώπης και προπάντων να έχει σε πίστωσή της όλη την αξιοπιστία που χρειάζεται για να προωθήσει την Τουρκία από το μονοπάτι της αντιπαράθεσης όπου οδεύει σήμερα, σε αυτό της διαπραγμάτευσης και της οριστικής επίλυσης του κυπριακού.


Πιο εύκολα εκατομμυριούχος.

Πιο easy (εύκολα) κάνεις την easyJet παρά δικοινοτικά”, μου σχολίασε σκωπτικά φίλος μετά το φιάσκο της προγραμματισμένης συνάντησης Ακιντζί – Αναστασιάδη σε φιλικό αγώνα ποδοσφαίρου στην Πύλα. Μια πρωτοβουλία που χρηματοδοτούσε και στήριζε ο γνωστός επιχειρηματίας Σερ. Στέλιος Χ’Ιωάννου ιδρυτής της easyJet.

Η εξαγγελθείσα συνάντηση των δύο ηγετών στο γήπεδο δεν έμελλε να πραγματοποιηθεί καθώς, ο κ. Ακιντζί δεν πήγε στο ραντεβού του επικαλούμενος διάφορες ανυπόστατες δικαιολογίες. Η πραγματοποίηση του γεγονότος δίχως την παρουσία και των δύο ηγετών προσέδωσε ένα τόνο ματαιότητας στην όλη εικόνα παρά το -κατά τα λοιπά- θετικό κλίμα που δημιούργησαν οι ομάδες και ο κόσμος. “Ούτε καν στα απλά δε μπορούμε να τα βρούμε”, ακούστηκε η φωνή μίας δημοσιογράφου προς τον Πρόεδρο Αναστασιάδη και η λακωνική απάντηση του ιδίου, “Εμείς μπορούμε”.

Μπορούμε;
Στην δική μου αντίληψη μπορούμε να τα βρούμε σε όλα και στα απλά και στα σύνθετα και στα μεγάλα, φτάνει πρώτα, να συμφωνήσουμε στα βασικά. Βασικά ζητήματα είναι η πολιτική ισότητα και η ασφάλεια. Επειδή οι Τουρκοκύπριοι ανέκαθεν ανησυχούσαν ότι λόγω του μικρού πληθυσμού της κοινότητάς τους θα καταντήσουν μια μικρή περιθωριοποιημένη μειονότητα. Ενώ οι Ελληνοκύπριοι, εξαιτίας της στρατιωτικής υπεροχής της Τουρκίας και του οδυνηρού 1974, ανέκαθεν ανησυχούσαν ότι θα καταλήξουν θύματα μιας νέας στρατιωτικής εισβολής από την υπερδύναμη.
Από το 1963 που οι πολιτικές ηγεσίες των δύο κοινοτήτων συζητούν το κυπριακό και με όσα τραγικά συνέβησαν έκτοτε, ποτέ δε φάνηκε να κατανοεί η μια πλευρά απόλυτα τις φοβίες και ανησυχίες της άλλης. Ή τουλάχιστον ποτέ δεν έδειξαν την αναγκαία εν συναίσθηση με συνεπή τρόπο. Επί της ουσίας όμως και για να μη μένουμε στις διαπιστώσεις το κυπριακό σήμερα παραμένει βαλτωμένο κυρίως εξαιτίας των δύο πιο πάνω κρίσιμων ζητημάτων.

Ο Πρόεδρος Αναστασιάδης νιώθει δικαιωμένος εξαιτίας του ότι όταν κλήθηκε στο διάλογο η Τουρκία για τα θέματα ασφάλειας και εγγυήσεων όχι μόνο δεν ανταποκρίθηκε με τρόπο ικανοποιητικό αλλά έκανε ακριβώς το αντίθετο. Έκλεισε κάθε παράθυρο για παραγραφή των εγγυήσεων και για οριστική απόσυρση όλων της των στρατευμάτων. Κατά ανάλογο τρόπο ο κ. Ακιντζί νιώθει δικαιωμένος εξαιτίας του ότι με τις δημόσιες δηλώσεις του ο Πρόεδρος Αναστασιάδης έχει υπαναχωρήσει στο ζήτημα της πολιτικής ισότητας επειδή έχει απορρίψει τη δικλείδα ασφαλείας της μία θετικής τουρκοκυπριακής ψήφου.

Είναι όντως αυτά τα δύο ζητήματα τα Άλφα και το Ωμέγα του κυπριακού; Η απάντηση είναι οπωσδήποτε θετική. Είναι όμως όντως σημαντικά με το περιεχόμενο που τους αποδίδεται παραδοσιακά; Νομίζω πως όχι. Επειδή η ασφάλεια και η πολιτική ισότητα μπορούν να διασφαλιστούν όχι μόνο και αποκλειστικά μέσα από το νέο σύνταγμα αλλά και μέσα από την οικονομικό –κοινωνική αλληλεξάρτηση των δύο κοινοτήτων και τη δύναμη του συνόλου.

Ένα νησί ενωμένο με ανθηρή οικονομία και πρωταγωνιστικό ρόλο στον ενεργειακό σχεδιασμό της περιοχής θα δημιουργεί από μόνο του ασπίδα ασφαλείας εσωτερικά και εξωτερικά. Μια οικονομία ενοποιημένη, μία πρωτεύουσα ενωμένη θα δημιουργεί αυτόματα τα εχέγγυα για την πολιτική ισότητα. Μία νέα γενιά προσοντούχα και μορφωμένη θα αποτελεί την καλύτερη εγγύηση για την ειρήνη.

Το κυπριακό δε θα γίνει ποτέ ένα εύκολο πρόβλημα. Όμως όσο ο χρόνος περνά ανεκμετάλλευτος το κυπριακό μετατρέπεται σε ένα άλυτο πρόβλημα. Τα άλυτα προβλήματα δεν σημαίνει εξαφανισμένα προβλήματα. Γι’ αυτό εκείνο που σήμερα προέχει είναι οι δύο ηγέτες να ξαναβρεθούν στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων με ένα μεγάλο όραμα που να υπερβαίνει τις ανησυχίες τους.

Γιατί διαφωνώ με την αποκεντρωμένη ομοσπονδία

Αρχικά να ξεκαθαρίσω ότι καθόλου δε συμμερίζομαι τις ανησυχίες του ΑΚΕΛ περί λανθασμένων μηνυμάτων προς τον ΟΗΕ. Θεωρώ ότι αυτό δεν είναι σημαντικό επιχείρημα επειδή ο ΟΗΕ έχει ρόλο υποβοηθητικό στην όλη διαδικασία και επιπλέον έχει διαμηνύσει πάρα πολλές φορές ότι είναι πρόθυμοι να υποστηρίξουν όποια λύση οι δύο πλευρές είναι πρόθυμες να συζητήσουν σε κλίμα καλής διάθεσης με στόχο να καταλήξουν σε μια κοινά αποδεκτή και συμφωνημένη λύση του προβλήματος. Εξάλλου και η πρόσφατη έκθεση του Οργανισμού Η.Ε. την περασμένη εβδομάδα απέδειξε για άλλη μια φορά το πιο πάνω. Διαφωνώ ακόμη εντονότερα βέβαια με λογικές απόρριψης της ομοσπονδιακής βάσης που βρήκαν αφορμή να ακουστούν συνοδευόμενα από αόριστες και ανεδαφικές εισηγήσεις από μικρότερα κόμματα του λεγόμενου ενδιάμεσου.
Προσωπικά θα υποστηρίξω την ομοσπονδιακή λύση σε κάθε παραλλαγή της. Εν τούτοις θεωρώ ότι μία ισχυρή κεντρική κυβέρνηση πλεονεκτεί έναντι μίας κυβέρνησης με αποκεντρωμένες εξουσίες στα κρατίδια. Οι λόγοι αφορούν σε τρείς βασικούς παράγοντες. Πρώτο, στο ότι μια αποκεντρωμένη ομοσπονδία με πολλές διοικητικές αρμοδιότητες διαχωρισμένες στα δύο κρατίδια θα είναι οικονομικά ασύμφορη και επιπλέον θα είναι διοικητικά δαιδαλώδης. Δεύτερο, διαφωνώ με τις προοπτικές που διανοίγονται από την εφαρμογή της σε βάθος χρόνου επειδή τις κρίνω ως διαχωριστικές αντί ενωσιακές και τρίτο θεωρώ ότι πλήττει τις προοπτικές ανταγωνιστικότητας της οικονομίας μας.

Πιο δαπανηρή οικονομικά και διοικητικά.
Η αποκέντρωση κοστίζει για τον πολίτη. Μεγαλύτερη κρατική μηχανή σημαίνει περισσότεροι δημόσιοι υπάλληλοι και μεγαλύτεροι φόροι. Επιπλέον λιγοστεύουν τα περιθώρια διοικητικής συνεννόησης κέντρου – περιφέρειας και εμφανίζονται σοβαροί κίνδυνοι αναβίωσης μεταξύ τους ανταγωνισμού και συγκρούσεων με αποτέλεσμα περισσότερο διοικητικό φόρτο και ταλαιπωρία για τους πολίτες. Όποιο αίτημα δε θα έχει τους μηχανισμούς να επιλύεται σε κεντρικό κρατικό επίπεδο θα μεταφέρεται πάνω στους ώμους των πολιτών για να βρουν λύση.
Επιπλέον, η Κύπρος είναι ένα μικρού μεγέθους νησί. Με την πρωτεύουσα ενωμένη χωροταξικά. Πως είναι δυνατόν να έχεις διαφορετικές πολεοδομικές αρχές; Πως είναι δυνατόν να έχεις ξεχωριστά κτηματολόγια, ξεχωριστές δημόσιες μεταφορές/συγκοινωνίες, ξεχωριστά τμήματα δημοσίων έργων, ξεχωριστές μονάδες διαχείρισης κρίσεων; Θα δημιουργούνται καθυστερήσεις και αντιφάσεις.
Είναι θέμα προοπτικής.
Και προσδοκίας! Πως οραματίζεται ο καθένας τον τόπο μας σε δέκα ή σε είκοσι χρόνια; Πόσο μυωπικά ή πόσο μακριά μπορούμε να φανταστούμε τις επόμενες γενιές; Θα έχουμε ένα νησί όπου οι κάτοικοι του θα μιλούν άπταιστα την ελληνική, την τουρκική και την αγγλική γλώσσα με υψηλό επίπεδο μόρφωσης οι οποίοι θα συν-δημιουργούν και θα αναπτύσσουν τα συγκριτικά πλεονεκτήματα της χώρας με τρόπο αμοιβαία επωφελές ή θα έχουμε δύο κρατίδια με μια χαλαρή κεντρική κυβέρνηση που θα έχουν περισσότερα εσωτερικά προβλήματα ανταγωνισμού παρά συνεργασίας; Με υφέρπον μίσος, ταξικό διαχωρισμό και εθνικισμό;

Και ιδεολογίας.
Η παράταξη της δεξιάς η οποία υποστήριξε και συνέβαλε στο όραμα της Ενωμένης Ευρώπης και της συνεργασίας των κρατών μελών με όχημα την οικονομική ολοκλήρωση και με μακροπρόθεσμο στόχο την πολιτική ένωση, είναι οξύμωρο να μη στηρίζει το αντίστοιχο μοντέλο συνεργασίας και ανάπτυξης εντός του δικού της μικρού κράτους.
Τέλος όσο αφορά στο επιχείρημα των θεμάτων χαμηλής πολιτικής. Όπως Π.χ. η νεολαία, το περιβάλλον, η έρευνα κλπ που μπορούν λένε ορισμένοι να είναι χωριστά. Είναι όμως όντως αυτά τα ζητήματα το 2018 δευτερευούσης πολιτικής σημασίας; Βάση  των προτεραιοτήτων και των ευρωπαϊκών προϋπολογισμών η απάντηση είναι, «Οπωσδήποτε και όχι!». Η νεολαία, η έρευνα, η καινοτομία είναι τα κύρια κλειδιά για να μπορέσει μια οικονομία να είναι ανταγωνιστική. Ενώ το περιβάλλον αποτελεί μία από τις μεγαλύτερες προκλήσεις που έχει να διαχειριστεί ο πλανήτης.
Καταληκτικά, η μόνη λειτουργική αποκέντρωση που πιστεύω ότι θα μπορούσε να εξεταστεί και να λειτουργεί με τρόπο επωφελή είναι να ενισχυθεί η αρχή της επικουρικότητας και να δοθούν μεγαλύτερες εξουσίες και προϋπολογισμοί σε τοπικό επίπεδο για διευκόλυνση της ζωής των πολιτών.

Μονόδρομος η επανέναρξη των συνομιλιών

Την ώρα που οι συζητήσεις συνεχίζονται σε έντονο ύφος, σε διάφορα επίπεδα, εντός της κάθε κοινότητας αλλά και αναμεταξύ τους εκείνο το οποίο παραμένει ως βασικό ζητούμενο είναι να βρεθεί η φόρμουλα επανέναρξης των συνομιλιών το συντομότερο. Γιατί πέρα από τις επιμέρους σοβαρές διαφωνίες που έχουν ανακύψει στα κρίσιμα ζητήματα που αφορούν στην ασφάλεια και τις εγγυήσεις εκείνο το οποίο παραμένει ως γεγονός είναι ότι, Αναστασιάδης και Ακιντζί -μαζί με τις διαπραγματευτικές τους ομάδες- πέτυχαν να καλύψουν πάρα πολλά ουσιαστικά κεφάλαια στο κυπριακό και να καταλήξουν σε σημαντικές συγκλίσεις.

Οι ίδιοι οι Μαυρογιάννης και Ναμί με δημόσιες τους τοποθετήσεις συμφωνούν ότι πλέον το Κυπριακό δε χρειάζεται χρόνο αλλά τρόπο. Ενώ ο ίδιος ο Γενικός Γραμματέας των Ηνωμένων Εθνών έχει τοποθετηθεί επίσης δημόσια για το κρίσιμο θέμα των εγγυήσεων κάνοντας σαφές ότι δε θεωρεί ούτε αναγκαία αλλά ούτε και λογική τη συνέχισή τους. Πετύχαμε πάρα πολλά. Τα οποία μπορεί σήμερα να τα καλύπτει το βαρύ κλίμα που υπάρχει μεταξύ των δύο ηγετών και η ευρύτερη ένταση που διέπει τις ελληνοτουρκικές σχέσεις, εν τούτοις εκείνο που παραμένει στο τραπέζι είναι ένα σχεδόν ολοκληρωμένο σχέδιο επίλυσης του κυπριακού. Αυτή είναι η ουσία και αυτό είναι που πρέπει να κρατάμε ως δεδομένο.

Όμως, στην πολιτική τα πάντα ρεί. Ο παράγοντας χρόνος δεν πρέπει να υποτιμηθεί. Όσο ο χρόνος πέρνα οι συγκλίσεις θα ξεθωριάζουν, νέα άτυπα δεδομένα θα μπαίνουν στο τραπέζι, θα εισαχθούν ιδέες για λύσεις δύο κρατών, συνομοσπονδίας, κλπ. Η κάθε προσπάθεια θα δίνει τη θέση της σε νέες αντεγκλήσεις και η κυπριακή κοινωνία ένθεν και ένθεν της πράσινης γραμμής θα παγιώνει στην αντίληψή της ότι το κυπριακό θα παραμείνει για πάντα ένα άλυτο πρόβλημα.

Γι αυτό η επίσημη επανέναρξη των συνομιλιών δεν πρέπει να καθυστερήσει άλλο. Το «συμφωνούμε ότι διαφωνούμε» δεν είναι αρκετό ούτε εποικοδομητικό. Από τη στιγμή που η μέθοδος της επιδιαιτησίας έχει απορριφθεί δεν απομένει άλλη επιλογή από το να βρουν μόνες τους οι δύο πλευρές διέξοδο από το τέλμα της ακινησίας ή να αναζητήσουν βοήθεια.

Κλείνοντας, θεωρώ ότι η καθαρή νίκη και επανεκλογή του Νίκου Αναστασιάδη για δεύτερη –και τελευταία όπως ο ίδιος τόνισε- θητεία στην προεδρία της Δημοκρατίας σε συνάρτηση με την παρουσία του Μουσταφά Ακιντζί στην ηγεσία των Τουρκοκυπρίων συνθέτουν τις βάσεις για μία τελευταία ιστορική ευκαιρία επίλυσης του κυπριακού. Αν η ευκαιρία αυτή εξανεμιστεί δίχως προηγούμενη σοβαρή και επίπονη προσπάθεια τότε λίγη έως ελάχιστη σημασία θα έχει η κατανομή της ευθύνης. Επειδή το αποτέλεσμα θα είναι το ίδιο και θα είναι εξίσου αρνητικό για την πολιτική κληρονομιά που θα κληροδοτήσουν στις επόμενες γενιές οι ιστορικοί ηγέτες Αναστασιάδης και Ακιντζί.


Η ουσία της Γενεύης

Το πιο σημαντικό συμπέρασμα από τη Διεθνή Διάσκεψη της Γενεύης για το κυπριακό είναι ότι, για 1η φορά έγινε πράξη εκείνο το οποίο διατυμπάνιζαν διάφοροι πριν από χρόνια έχοντας βεβαίως υπόψη τους κάτι εντελώς διαφορετικό από το χθεσινό. Την Πέμπτη 12 Ιανουαρίου 2017, το κυπριακό τοποθετήθηκε για πρώτη φορά με τόσο ξεκάθαρο τρόπο μπροστά στην Τουρκία και στον διεθνή παράγοντα ως ένα ευρωπαϊκό θέμα. Η “διεκδίκηση” της Ε.Ε. για να έχει ρόλο και λόγο στην μελλοντική ασφάλεια της Κύπρου δεν ήταν συμβολική αλλά ουσιαστική.

Επειδή ο Πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και η Επικεφαλής της Ευρωπαϊκής Διπλωματίας εκπροσωπούν μία σύγχρονη και εντελώς διαφορετική αντίληψη της έννοιας ασφάλειας από εκείνη την οποία επιθυμεί να συντηρήσει η Τουρκία.

Η ενόχληση του Τούρκου Υπουργού Εξωτερικών ήταν χαρακτηριστική. Η Τουρκία είπε, «θα πρέπει να διατηρήσει το καθεστώς της εγγυήτριας χώρας, ενώ τα τουρκικά στρατεύματα θα πρέπει να παραμείνουν στο νησί (…) Ποια από τις συγκρούσεις έχει καταφέρει να αποτρέψει η ΕΕ μέχρι στιγμής; (…) Η δομή (σ.σ. η ΕΕ) που δεν μπορεί να επιλύσει τα υπάρχοντα προβλήματα και εμμένει στην πολιτική της των δύο μέτρων και δύο σταθμών σε πολλά θέματα φυσικά δεν θα είναι σε θέση να προσφέρει ασφάλεια στο νησί».

Η αντίληψη της Τουρκίας για την ασφάλεια αφορά στη δυνατότητα χρήσης στρατιωτικής βίας. Η αντίληψη της Ε.Ε. για την ασφάλεια αφορά στην ρητή εφαρμογή του κράτους δικαίου, στη διάκριση των εξουσιών, στο σεβασμό στη μειοψηφία, στις δημοκρατικές διαδικασίες, στις ατομικές ελευθερίες, στα ανοικτά σύνορα και στην ελεύθερη αγορά.

Το εσωτερικό πλαίσιο ασφάλειας της ομοσπονδιακής Κύπρου πρέπει να εδράζεται στο τελευταίο. Η διασφάλιση της έννομης τάξης είναι που θα αποτελέσει την ισχυρότερη ασπίδα ασφαλείας για τους πολίτες του νέου κράτους.

Πέραν τούτου, από άποψη διαδικασίας η Διεθνής Διάσκεψη της Γενεύης αξιολογείται επιτυχώς. Επί του σημειολογικού, η ελληνοκυπριακή πλευρά όχι μόνο δεν είχε απώλειες αλλά αντίθετα βγήκε ενισχυμένη από την όλη διαδικασία. Η κατάθεση χάρτη από την τουρκοκυπριακή πλευρά πιστώνεται στα θετικά όπως και η δέσμευση όλων των συντελεστών να συνεχιστεί η συζήτηση σε τεχνοκρατικό επίπεδο.

Επί της ουσίας όμως, οφείλουμε να παραδεχθούμε ότι δεν έχει σημειωθεί κάποια σημαντική πρόοδος. Εκείνο ωστόσο το οποίο κατά την άποψή μου πρέπει να κρατήσουμε είναι ότι για πρώτη φορά η Τουρκία προσήλθε στο τραπέζι για συζήτηση του θέματος ασφάλειας και εγγυήσεων. Καθώς επίσης και ότι πέρα από τις συνήθεις διακηρυγμένες απαράδεχτες θέσεις της, η Τουρκία συμφώνησε να συμμετάσχει σε μία διαδικασία όπου θα εκπροσωπείται και η Κυπριακή Δημοκρατία -είτε θέλει είτε δε θέλει να το αναγνωρίσει- καθώς και η Ευρωπαϊκή Ένωση.
Θεωρώ ότι, η διαδικασία όπως συμφωνήθηκε, με την τεχνοκρατική επεξεργασία να προηγείται της πολιτικής διάσκεψης ότι είναι ορθή και περισσότερο ασφαλής για να μπορέσει να υπάρξει ένα συμφωνημένο πλαίσιο μέσα στο οποίο θα μπορεί να διεξαχθεί ένας πιο ουσιαστικός και παραγωγικός διάλογος για ένα εναλλακτικό σύστημα ασφάλειας χωρίς εγγυήσεις.

Κλείνοντας, η Διάσκεψη της Γενεύης ήταν ένα καθοριστικό ιστορικό γεγονός στην πορεία επίλυσης του κυπριακού. Το ότι παρακάθισαν οι τρεις εγγυήτριες δυνάμεις για πρώτη φορά γύρω από το τραπέζι υπό την αιγίδα του ΟΗΕ με αντικείμενο συζήτησης την ασφάλεια και τις εγγυήσεις δεν πρέπει ούτε να παραβλέπεται ούτε και να υποβαθμίζεται από κανένα. Το θέμα της ασφάλειας είναι ευαίσθητο, σύνθετο και ακανθώδες αλλά έχουμε το χρέος να προσπαθήσουμε να εξεύρουμε κάτι εναλλακτικό. Διαφορετικά, θα εξακολουθήσουν να παραμένουν σε ισχύ οι συνθήκες του 1960. Κανένας δε μπορεί να εγγυηθεί την τελική στάση της Τουρκίας αλλά θεωρώ ότι αυτή τη στιγμή συντρέχουν οι καλύτερες προϋποθέσεις που υπήρχαν ποτέ για να καταλήξουμε εντός των επόμενων μερικών μηνών σε μία αμοιβαία συμφωνημένη συνολική διευθέτηση του κυπριακού.

Scroll to top