πολιτική

Η ΞΕΝΙΑ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΜΙΛΑ ΣΤΟ ΓΙΑΝΝΗ ΑΝΤΩΝΙΟΥ ΓΙΑ ΤΗ CYPRUS TIMES #CT

Γιατί να ψηφίσει κάποιος τον ΔΗΣΥ στις βουλευτικές;

Ο Δημοκρατικός Συναγερμός έχει δείξει ιστορικά και έχει αποδείξει διαχρονικά ότι αποτελεί την πολιτική δύναμη της σύνεσης και της συναίνεσης, της συνέχειας και της συνέπειας. Εμείς μπορούμε να εκφράσουμε συλλογικά και δημιουργικά τον κόσμο της εργασίας και τον κόσμο της επιχειρηματικότητας, τον κόσμο της έρευνας και τον κόσμο της αγοράς, τον κόσμο της σταθερότητας και τον κόσμο των μεταρρυθμίσεων. Μπορούμε να διαχειριστούμε το μέλλον της χώρας με ασφάλεια και σιγουριά, χωρίς πειραματισμούς  και χωρίς παλινδρομήσεις. Με σύγχρονη αντίληψη για την οικονομία, με φιλοευρωπαϊκό πρόσημο και με εξωστρέφεια.

Ο Γλαύκος Κληρίδης, ως ιδρυτής και πατριάρχης της μεγάλης φιλελεύθερης παράταξης, έχει κληροδοτήσει πολιτικές παρακαταθήκες και πολιτικά διδάγματα που σήμερα είναι πιο επίκαιρα από ποτέ. Κυρίως όμως μας έχει διδάξει ότι από όλες τις πτυχές της ζωής, το τιμιότερον και το αγιότερον εστίν η πατρίς. Έτσι, η πολιτική υπευθυνότητα είναι μια πολιτική στάση ζωής. 

Και γιατί εσάς προσωπικά;

Διεκδικώ επανεκλογή στη Βουλή των Αντιπροσώπων, για να συνεχίσω να συμβάλλω στην προσπάθεια για την οικοδόμηση μιας καλύτερης χώρας και μιας καλύτερης κοινωνίας. Θεωρώ ότι το σύντομο χρονικό διάστημα που βρίσκομαι στη Βουλή ότι έχω επιδείξει έργο, ευαισθησία και αποτελεσματικότητα. Στόχος μου είναι να συνεχίσω ακόμη πιο ουσιαστικά να υπηρετώ και να στηρίζω την παράταξη και την πατρίδα μου εκφράζοντας θέσεις και προάγοντας ζητήματα που συμβάλουν προς την κατεύθυνση της αλλαγής και του εκσυγχρονισμού.

Τι διακυβεύεται στις βουλευτικές του Μαΐου; Τι θα κριθεί κατά τη γνώμη σας;

Θα κριθεί η πολιτική σταθερότητα της επόμενης διετίας. Αυτό είναι που κρίνεται! Γιατί έχουμε μπροστά μας κάτι λιγότερο από δύο χρόνια μέχρι τις επόμενες προεδρικές εκλογές και έχουμε να διαχειριστούμε άμεσα την κρίση της πανδημίας και τα μέτρα στήριξης της οικονομίας και της κοινωνίας. Έχουμε επιπλέον 4 μεγάλες μεταρρυθμίσεις ενώπιον μας, αυτή της δικαιοσύνης, της τοπικής αυτοδιοίκησης, της ηλεκτρονικής διακυβέρνησης και της δημόσιας υπηρεσίας. Δύο χρόνια είναι μεγάλος κοινοβουλευτικός χρόνος για να πετύχουμε να ολοκληρωθούν οι συζητήσεις και να ψηφιστούν από τη Βουλή για το συλλογικό καλό όλων μας, αν επιδειχθεί η μίνιμουμ συναίνεση. Αν όμως αύριο οι εκλογές αναδείξουν μία βουλή Βαβέλ κι αποδυναμωμένο το κυβερνών κόμμα αντιλαμβάνεστε ότι θα ζήσουμε δύο χρόνια παρατεταμένου προεκλογικού κλίματος, με έντονη πόλωση και τοξικότητα και με τις χειρότερες συνέπειες για όλους και κυρίως για την οικονομία.

Oι εκλογές διεξάγονται με φόντο τις καταγγελίες για διαφθορά. Είναι προφανές ότι η απόσταση ανάμεσα στους πολίτες και τους πολιτικούς διευρύνεται σοβαρά. Πώς μειώνεται αυτή η απόσταση;

Με τιμωρία και θεσμικές αλλαγές. Αλλά δυστυχώς και τα δύο αυτά απαιτούν κάποιο χρόνο. Για τις θεσμικές αλλαγές εμείς ως Δημοκρατικός Συναγερμός έχουμε καταθέσει συγκεκριμένες εισηγήσεις αλλά και έχουμε υποστηρίξει έμπρακτα κάθε νομοθετική αλλαγή που κινείται προς την κατεύθυνση της διαφάνειας και του ελέγχου. Εσωτερικά φέτος ειδικότερα έχουμε υιοθετήσει πολύ αυστηρά κριτήρια διαφάνειας για όλους μας τους υποψήφιους. Είναι με έργα και όχι με λόγια που δείχνει θεωρώ μία παράταξη και η ηγεσία της την προθυμία να περάσουμε σε μία νέα πιο διάφανη κουλτούρα και ενίσχυση της λογοδοσίας.

Πώς αποτιμάτε την παρουσία σας στη Βουλή;

Αυτό θα το κρίνουν οι πολίτες! Προσωπικά είμαι ικανοποιημένη. Θεωρώ ότι τους τελευταίους 14 μήνες έχω εργαστεί με σοβαρότητα και συνέπεια. Έχω αναδείξει πολλά νέα θέματα, έχω πάρει πρωτοβουλίες και θεωρώ ότι η συμβολή μου στο δημόσιο διάλογο ήταν πάντοτε συγκροτημένη και νηφάλια. Έχω προσπαθήσει να επιλύσω προβλήματα, να βοηθήσω τον άνθρωπο ιδιαίτερα τα παιδιά, τους νέους, τις γυναίκες και τους ηλικιωμένους μας, να είμαι δίπλα στους συμπολίτες μου ιδιαίτερα κατά τη δύσκολη πρώτη περίοδο της πανδημίας. Έχω επίσης συμβάλει και υποστήριξα τις κυβερνητικές πρωτοβουλίες για τις μεγάλες μεταρρυθμίσεις που έχει ανάγκη ο τόπος, όπως τις κοινωνικές επιχειρήσεις, τη μεταρρύθμιση της τοπικής αυτοδιοίκησης, τον κώδικα δεοντολογίας βουλευτών κλπ. Νιώθω πως έχω όμως ακόμη πολλά να κάνω.

Και τι είναι εκείνο που θέλετε να συνεχίσετε; Πού θα εστιάσετε τη δραστηριότητά σας;

Θεωρώ ότι όλοι πρέπει να συμβάλουμε στη μεγάλη προσπάθεια για ανάκαμψη της οικονομίας. Επαναφορά και ψήφιση των κρατικών εγγυήσεων, κίνητρα για επενδύσεις και ανάπτυξη του επιχειρείν. Επιπλέον όμως επιθυμώ να συνεχίσω και να ολοκληρώσω πρωτοβουλίες που έχω ήδη ξεκινήσει, όπως, την αναγνώριση και κατοχύρωση της πρακτικής άσκησης για νέους, την πρωτοβουλία για αλλαγή του όρου “παιδική πορνογραφία”, την απλοποίηση διαδικασιών του κράτους προς όφελος του πολίτη και τη διευκόλυνση της προσβασιμότητας μέσω της ηλεκτρονικής διακυβέρνησης. Χρειαζόμαστε ένα πιο γρήγορο, φιλικό και προσβάσιμο κράτος για να υποστηρίξουμε τον πολίτη και τον επιχειρηματία αλλά και για να προσελκύσουμε επενδύσεις.

Ο χρόνος μετρά αντίστροφα για την άτυπη Πενταμερή για το Κυπριακό. Με ποιες προσδοκίες;

Νομίζω ότι οι προσδοκίες αντικειμενικά δεν είναι μεγάλες. Όμως είμαι της άποψης πως σε κάθε ευκαιρία για επανέναρξη του διαλόγου η δική μας πλευρά οφείλει να είναι παρούσα, έτοιμη κι εποικοδομητική. Θεωρώ ότι η διεθνής συγκυρία μάλλον ευνοεί την πλευρά μας. Υπάρχει μία αναζωπύρωση του διεθνούς ενδιαφέροντος για την Κύπρο, οπότε αποτελεί μια ευκαιρία. Αν πετύχουμε μέσα από την άτυπη πενταμερή επανεκκίνηση του διαλόγου πάνω στη συμφωνημένη βάση θα είναι μια  πολύ σημαντική εξέλιξη.

Βλέπετε να υπάρχουν οι προϋποθέσεις για κάποιο θετικό αποτέλεσμα; Η Τουρκία έχει λόγο, έχει κίνητρο να προχωρήσει σε κάποια βήματα που θα γεφυρώσουν τη διαφορά;

Η Τουρκία σήμερα ειδικότερα και με τα προβλήματα που ταλανίζουν εσωτερικά τη χώρα και την οικονομική κρίση που ολοένα βαθαίνει έχει κάθε λόγο να έρθει σε ένα συμβιβασμό για να διασφαλίσει ενισχυμένη τελωνειακή Ένωση με την Ε.Ε., επιπλέον χρηματοδοτήσεις και ομαλοποίηση των σχέσεών της με Ε.Ε. και ΗΠΑ.

Η Ξένια Κωνσταντίνου στην Efimerida-Cy

Αντίστροφα μετρά ο χρόνος για τη διεξαγωγή των Βουλευτικών Εκλογών του 2021 και οι ρυθμοί του προεκλογικού αγώνα εντείνονται.

Ωστόσο, υπάρχουν και οι υποψήφιοι και οι υποψήφιες που δεν επιδιώκουν το μεγάλο θόρυβο, αλλά, κρατούν σταθερά χαμηλούς τόνους και διατηρούν το σοβαρό κι απλό τους χαρακτήρα. Επιμένουν με συνέπεια στα θέματα προτεραιότητάς τους και εργάζονται μεθοδικά στις επιτροπές τους. Αφήνουν το έργο τους να  πείσει για την εργατικότητα και τη συνέπειά τους.

Μαζί μας σήμερα η κ. Ξένια Κωνσταντίνου, Βουλευτής Λευκωσίας, η οποία επαναδιεκδικεί έδρα στο ψηφοδέλτιο του ΔΗ.ΣΥ στη Λευκωσία. Ανάμεσα σε άλλα μιλά για την αποστασιοποίηση της κοινωνίας από την πολιτική διεργασία, αυτά που την κάνουν περήφανη και όσα την πληγώνουν.

Αναλυτικά όσα ανέφερε στην EfimeridaCy:

Καλή σας ημέρα και καλωσορίσατε στην ιστοσελίδα μας. Πρώτη φορά μαζί μας, αν και η παρουσία σας στον χώρο των blogs και των διαδικτυακών ΜΜΕ χρονολογείται εδώ και περισσότερο από μία δεκαετία…

«Ισχύει. Αρθρογραφώ εδώ και χρόνια. Διατηρώ ένα μπλοκ με όλα τα άρθρα και παρεμβάσεις μου από το 2010 το οποίο πλέον έχει μεταφερθεί στην επίσημή ιστοσελίδα όπου μπορεί κανείς να βρει τις θέσεις μου για την κοινωνία, την πολιτική, την οικονομία, τη νεολαία, τη γυναίκα και βεβαίως το κυπριακό. Πλέον λειτουργεί και σαν ιστορικό αρχείο. Ανοικτά και δημόσια».

Θυμάμαι τότε γύρω στα τέλη του 2011 και αρχές του 2012 όταν και εκλεγήκατε για πρώτη φορά στο Πολιτικό Γραφείο του Δημοκρατικού Συναγερμού, ότι κάνατε λόγο για την Κύπρο του 2020. Ήταν τότε και το ζλόγκαν του κόμματος που έβλεπε μια δεκαετία πιο μπροστά. Σήμερα πλέον ως βουλεύτρια πως κρίνετε αυτή την πορεία;

«Η πορεία της παράταξης του Δημοκρατικού Συναγερμού ήταν δίχως αμφιβολία νικηφόρα έκτοτε. Παρέμεινε πρώτη πολιτική δύναμη και πέτυχε να εκλέξει τον τότε Πρόεδρό της δυο φορές στο ανώτατο αξίωμα της Δημοκρατίας. Για την Κύπρο όμως ήταν μια εξαιρετικά δύσκολη δεκαετία λόγω κρίσης, μνημονίου και όλων των παρενεργειών και επιπτώσεων αυτής. Από το 2016 που βγήκαμε από το τριετές μνημόνιο κι αναπνεύσαμε οικονομικά ξεκίνησαν και οι μεγάλες μεταρρυθμίσεις όπως η μείωση της στρατιωτικής θητείας, η εφαρμογή του ΓΕΣΥ, ο εκσυγχρονισμός της επιδοματικής πολιτικής, η δημιουργία νέων Υφιπουργείων κλπ η πορεία αναστάληκε στα τέλη του 2019 που η πανδημία χτύπησε την πόρτα και στην Ευρώπη. Όμως, σε γενικές γραμμές ήταν μία δεκαετία εκσυγχρονισμού και σε κοινωνικά ζητήματα, όπως τη στρατηγική κατά της σεξουαλικής εκμετάλλευσης παιδιών, την κατοχύρωση του συμφώνου συμβίωσης, την ποινικοποίηση του ομοφοβικού λόγου, το νόμο κατά του σεξισμού, το Σπίτι της Γυναίκας και το Σπίτι του Παιδιού και τόσα άλλα. Θεωρώ ότι αυτή τη στιγμή αυτό το οποίο προέχει άμεσα είναι η έξοδος μας από την πανδημία και η ανάκαμψη της οικονομίας».

Σας ακούσαμε επίσης πολλές φορές να λέτε ότι στην πολιτική ισχύει το «τα πάντα ρει». Πόσο όμως μπορεί να βοηθά στη συμφιλίωση της με την ηθική αυτό; Δηλαδή οκ υπόσχομαι άλφα, εκλέγομαι, πράττω βήτα, αλλά δικαιολογούμαι επειδή «τα πάντα ρει»;

«Προς θεού δεν το λέω με αυτή την έννοια. Η συνέπεια είναι το Άλφα και το Ωμέγα στην πολιτική κι ένδειξη εντιμότητας και συγκρότησης. Εγώ αναφέρω συχνά το αρχαίο ρητό «τα πάντα ρει» γιατί ο πολιτικός οφείλει πάντα να είναι έτοιμος για τις γρήγορες αλλαγές που επισυμβαίνουν καθημερινά στον κόσμο, στην κοινωνία και να αντιλαμβάνεται ότι τίποτα δεν παραμένει στατικό.».

Αισθανθήκατε όλο αυτό το διάστημα όπου το πολιτικό σύστημα της χώρας έχασε την εμπιστοσύνη των πολιτών απογοήτευση; Πώς αντιμετωπίζετε την όλη απαξίωση;

«Ναι, είναι κάτι που συναισθάνομαι. Σε ορισμένες περιπτώσεις η απαξίωση εκφράζεται και ως μόδα, όμως σίγουρα δεν είναι μόνο αυτό. Έχουμε σήμερα πολύ πιο απαιτητικούς πολίτες κι αυτό είναι κάτι ιδιαίτερα θετικό. Πιστεύω ότι η απαξίωση αντιμετωπίζεται μόνο με έργα, πράξεις και θεσμικές πρωτοβουλίες για αλλαγές. Οι διακηρύξεις δε θα βοηθήσουν. Οι παραδοχές όμως όταν είναι ειλικρινείς και συνοδεύονται με έργα μπορούν να κτίσουν ένα πιο υγιές πολιτικό περιβάλλον. Έχουν γίνει λάθη και χρειάζεται επί του πρακτέου να αποδείξεις ότι είσαι έτοιμος ως παράταξη να έρθεις σε ρήξη με παλιές νοοτροπίες και να χαράξεις ένα νέο πιο διάφανο και σύγχρονο δρόμο προς το αύριο».

Γιατί να πάει ένας πολίτης να ψηφίσει σε αυτές τις βουλευτικές εκλογές; Τι έχει να κερδίσει και τι να χάσει;

«Επειδή ο κάθε πολίτης έχει άποψη για τα θέματα που τον αφορούν και ιδιαίτερα στη Βουλή οι αποφάσεις του σώματος έχουν άμεσο και καθοριστικό αντίκτυπο θετικό ή αρνητικό στην καθημερινότητα και στη ζωή του καθενός. Η ψήφος έχει πολύ μεγαλύτερη και ουσιαστικότερη δύναμη από μία ανάρτηση, από ένα άρθρο, από μία διαμαρτυρία. Η ψήφος είναι ο πιο άμεσος τρόπος με τον οποίο μπορούν οι πολίτες να επιλέξουν πορεία».

Σας βλέπουμε να τοποθετείστε έντονα κάθε φορά που πλήγονται τα δικαιώματα, ο ανθρωπισμός και η αξιοπρέπεια του γυναικείου φύλου. Τόσο σε θέματα πολιτικής ισότητας, εργασίας, σεξισμού, διακρίσεων, αθλητισμού, συμμετοχής κτλ. Είναι αυτό μια στάση ζωής;

«Ναι είναι. Πρωτίστως επειδή πιστεύω ότι ο τρόπος που μια κοινωνία συμπεριφέρεται σε κάθε είδους μειονότητα είναι ένδειξη της ποιότητας της δημοκρατίας. Η ανθρώπινη αξιοπρέπεια είναι το 1ο ανθρώπινο δικαίωμα που πρέπει να είναι απαραβίαστο για κάθε άνθρωπο. Είμαι επίσης της άποψης ότι οι πολιτικοί οφείλουν να δείχνουν με ακόμη μεγαλύτερη σαφήνεια τα δημοκρατικά τους αντανακλαστικά κάθε φορά που παραβιάζεται η αξιοπρέπεια και τα δικαιώματα κάθε ατόμου που ανήκει σε κάποια κοινωνική, πολιτική ή αριθμητική μειοψηφία».

Πιστεύετε ότι όλα αυτά τα χρόνια ανάμειξής σας στην πολιτική ήταν αρκετά για να διεκπαιρεώσετε στόχους και οράματα; Γιατί επαναδιεκδικείτε;

«Σε κάποιο βαθμό ναι. Πάντοτε ήμουν της άποψης πως ο Δημοκρατικός Συναγερμός είναι το κόμμα με προοπτική εξουσίας το οποίο μπορούσε να κυβερνήσει την Κύπρο με σύγχρονη αντίληψη για όλα τα μεγάλα ζητήματα. Με ορθολογισμό αλλά και με αναπτυξιακή στόχευση στην οικονομία, με κοινωνική ευαισθησία για τους πλέον αδύναμους, με φιλοευρωπαϊκή προοπτική αλλά και με μία τολμηρή και πατριωτική στάση στο κυπριακό. Στην οικονομία, το 2013 παραλάβαμε μία χρεωκοπημένη χώρα και μέσα σε τρία χρόνια μπορέσαμε όλοι μαζί να την επαναφέρουμε. Στα κοινωνικά ζητήματα πετύχαμε πράγματα ρηξικέλευθα, επαναφέραμε συντάξεις, δικαιώματα, αυξήσαμε επιδόματα, κατοχυρώσαμε νέα δικαιώματα. Στο κυπριακό έχουμε διανύσει μακρύ δρόμο στις διαπραγματεύσεις αλλά δυστυχώς ο μεγάλος μας στόχος δεν έχει ακόμη επιτευχθεί κι αναφέρομαι στη λύση και την επανένωση της Κύπρου. Έχουμε μπροστά μας μακρά πορεία και πολλά να επιδιώξουμε ακόμη».

Γέννημα-θρέμα του Πανεπιστημίου Κύπρου από τη δεκαετία του 1990, απόφοιτος  και αργότερα μέλος του επιστημονικού διοικητικού προσωπικού στις νέες εγκαταστάσεις. Σήμερα πόσο περήφανη είστε για το Πανεπιστήμιο;

«Πάρα πολύ περήφανη. Όντως έχω ζήσει στο Πανεπιστήμιο σχεδόν τη μισή μου ζωή. Πέτυχε το Πανεπιστήμιο Κύπρου μεγάλα και σπουδαία επιστημονικά και ερευνητικά επιτεύγματα που κάνουν κάθε Κύπριο περήφανο. Το Πανεπιστήμιο υπήρξε πρότυπο για τα δεδομένα της Κύπρου. Νιώθω περήφανη που αποτέλεσα μέρος της εξέλιξης του και απόφοιτός του αλλά πλέον το μοντέλο που το έφερε μέχρι εδώ χρειάζεται εκσυγχρονισμό. Μεγαλύτερη διαφάνεια και αξιοκρατία, περισσότερη εξωστρέφεια».

Δεν έχετε κατηγορηθεί ποτέ για κάποιο σκάνδαλο, διαφθορά ή διαπλοκή. Το μόνο που θυμάμαι είναι εκείνη την λίστα 39 ονομάτων δημόσιων υπαλλήλων που κατείχαν παράλληλα και κομματικά αξιώματα και δημοσιοποίησε ο ΥΠΟΙΚ το 2017 και από την οποία ο συνάδελφος σας Νίκος Κέττηρος του ΑΚΕΛ εντόπισε ότι απουσιάζατε. Απαντήσατε άμεσα για το θέμα αυτό και έκλεισε.

Συμφωνείτε με την άποψη που έχει σήμερα μια μεγάλη μερίδα της κοινωνίας ότι είστε όλοι οι ίδιοι, παίζετε με τους νόμους και δεν πείθετε κανένα;

«Δηλώνω σεμνά και έντιμα ότι κανένας και ποτέ δε θα βρει το δικό μου όνομα εμπλεκόμενο σε σκάνδαλα ή διαπλοκή. Για το περιστατικό στο οποίο αναφέρεστε αφορούσε στην γραπτή άδεια που όφειλαν τα πολιτικά στελέχη να έχουν που υπηρετούσαν σε κλίμακες άνω της Α8 της δημόσιας υπηρεσίας. Η πραγματικότητα είναι πως όχι μόνο δεν έκρυψα ποτέ την ιδιότητα μου από τη διοίκηση του Πανεπιστημίου Κύπρου τότε, αλλά αντίθετα, ακριβώς και λόγω αυτής για χρόνια δεν είχα προσωπική άδεια καθώς για κάθε πολιτική μου υποχρέωση δήλωνα προσωπική άδεια. Οπότε και παρόλο που το Πανεπιστήμιο δεν εμπίπτει με την αυστηρή έννοια σε αυτή τη ρύθμιση εντούτοις, όταν ανέκυψε το θέμα την επομένη κιόλας αιτήθηκα και πήρα τη γραπτή διαβεβαίωση  για σκοπούς δεοντολογίας. Θεωρώ την πολιτική ενασχόληση ως πράξη ευθύνης και καθόλου δε με ενοχλεί ο επιπλέον έλεγχος λόγω αυτής. Το θεωρώ καθήκον και υποχρέωση του κάθε πολιτικού».

Θεωρείστε από τις πολιτικούς που έχουν ξεκάθαρες θέσεις και μιλούν σε όλα τα ΜΜΕ χωρίς διακρίσεις. Πώς σχολιάζετε την σχέση του κόμματος σας και της κυβέρνησης με τους δημοσιογράφους με αφορμή βεβαίως και τα όλα όσα έγιναν στις υποθέσεις Μακάριου Δρουσιώτη και Ανδρέα Παράσχου;

«Σέβομαι απόλυτα τον θεσμικό ρόλο που έχει ο κάθε λειτουργός τύπου. Θεωρώ όμως επίσης ότι όπως κρίνεται ο καθένας μας έτσι κρίνεται και το κάθε μέσο και ο κάθε δημοσιογράφος. Προσωπικά συνδέομαι φιλικά και με τους δύο και ιδιαίτερα με τον κ. Παράσχο μας συνδέει και μια πολύ στενή οικογενειακή σχέση καθώς ήταν συμπολεμιστής με τον πρώην αγνοούμενο θείο μου,  παιδικός του φίλος, αλλά, κι ένας από τους ανθρώπους που βοήθησε ουσιαστικά και πρακτικά την οικογένειά μας για να εντοπίσει τα οστά του ήρωα. Τον εκτιμώ απεριόριστα και τίποτα δεν αλλάζει αυτό το γεγονός».

Ως άνθρωπος που όπως είπαμε και πριν ζήσατε την εποχή της μετάβασης, της δημιουργίας νεών σχολών, των ιδιωτικών Πανεπιστημίων και των μεταρρυθμίσεων στον χώρο, ποιο το σχόλιό σας;

«Χαίρομαι πραγματικά για την εξέλιξή της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης στον τόπο μας. Η ίδρυση του Πανεπιστημίου Κύπρου αποτέλεσε για την εποχή του μία εκπαιδευτική αλλά και μία κοινωνική επανάσταση. Η πορεία και η εξέλιξή του ξεπέρασαν κάθε προσδοκία και γι’ αυτό ο πήχης είναι πολύ ψηλά. Πέραν τούτου αντίστοιχα σημαντικό ήταν το έργο που έγινε κι από το ΤΕΠΑΚ, το Ανοικτό Πανεπιστήμιο αλλά και τα ιδιωτικά Πανεπιστήμια όπου σπούδασαν πλέον γενιές κυπρίων και συνέφεραν ουσιαστικά στο ΑΕΠ αλλά και στην ευρύτερη ανάπτυξη του τόπου. Θεωρώ ότι η έρευνα και η καινοτομία είναι από τους πλέον βιώσιμους τομείς στους οποίους πρέπει να επενδύουμε διαρκώς. Τα Πανεπιστήμια μας σε σχέση με τις υπόλοιπες ευρωπαϊκές χώρες κατατάσσουν τη χώρα μας πάντοτε πολύ ψηλά σε όλους τους δείκτες και στην απορρόφηση ευρωπαϊκών κονδυλίων, πράγμα που καταδεικνύει στην πράξη ότι κάθε ευρώ που επενδύεται από κρατικούς πόρους, επιστρέφει πίσω στο πολλαπλάσιο δημιουργώντας νέες ποιοτικές θέσεις εργασίας».

 

Πάμε τώρα στα προσωπικά σας. Όπως γνωρίζουμε έχετε μία κορούλα 8 ετών με την οποία συχνά μοιράζεστε δημόσια στιγμές…

«Αναπόφευκτα. Είναι όχι απλά μέρος της ζωής μου αλλά η ζωή μου όλη. Μέσα από τα μάτια ενός παιδιού βλέπεις θεωρώ τον κόσμο πιο καθαρά. Τα παιδιά είναι αυθεντικά, έχουν κρίση και έχουμε το χρέος να τους αφήσουμε ένα κόσμο πιο ευαίσθητο, πιο δίκαιο και καλύτερο. Όπως λένε και οι στίχοι του Παύλου Σιδηρόπουλου, «Υπερασπίσου το παιδί γιατί αν γλιτώσει το παιδί υπάρχει ελπίδα». Γι’ αυτό είναι θεωρώ απαραίτητο να υπερασπιστούμε το περιβάλλον, τη βιώσιμη ανάπτυξη και πρωτίστως ένα πιο ειρηνικό κι ελπιδοφόρο μέλλον για την πατρίδα μας».

Τέλος τι μήνυμα θέλετε να στείλετε σε όσους μας διαβάζουν εξ αφορμής της πρώτης σας παρουσίας στην EfimeridaCy;

«Το μήνυμα που θέλω να στείλω ευχαριστώντας βεβαίως κατ’ αρχήν εσένα Τάσο και την Efimerida-Cy, είναι πως ακόμη και στην πολιτική, τα πράγματα όταν χαλούν, μπορούμε πάντα να τα διορθώσουμε. Έχω απόλυτη επίγνωση του τί κάναμε σωστά και που σφάλαμε. Ζητώ τη στήριξη του κόσμου σεμνά και ταπεινά, για να συνεχίσω να χαράσσω στη Βουλή με συνέπεια, καθαρή και δυνατή φωνή μία νέα εποχή στην πολιτική. Εύχομαι να σας βρω συνοδοιπόρους σε αυτό. Σας ευχαριστώ μέσα από την καρδιά μου για την ευκαιρία που μου δώσατε! Να ‘στε καλά!»

Τάσος Θεοδώρου

EfimeridaCy

ΆΡΘΡΟ: Για ποια ισότητα, λοιπόν;

Είναι η Παγκόσμια Ημέρα Γυναίκας μία ευκαιρία, για απολογισμό και σκέψη. “Γυναίκα δε γεννιέσαι, αλλά, γίνεσαι”, έγραφε η σπουδαία φεμινίστρια Σιμόν Ντε Μπουβουάρ για να καταδείξει την κοινωνική πίεση που αναγκάζει τη γυναίκα μεγαλώνοντας να λειτουργεί μέσα στα αποδεκτά κοινωνικά πρότυπα και καλούπια, πράγμα που υιοθετεί ακόμη και η ίδια. Γι’ αυτό και “γίνεται”.

Σήμερα στο 2021, έχουμε μετακινηθεί ουσιαστικά και αντικειμενικά από αυτή τη θέση και αυτή την κοινωνική παραδοχή που ήθελε τις γυναίκες εγκλωβισμένες στα κοινωνικά και πολιτισμικά άγραφα “πρέπει”;

Στο δυτικό κόσμο τουλάχιστον μάλλον ισχύει πως, γυναίκα γεννιέσαι και  ισότιμη γίνεσαι τόσο όσο θα σου επιτραπεί. Γιατί γεννιέσαι; Λόγω κοινωνικής προόδου, ενδεχομένως και πολιτικής ορθότητας. Δεν έχει περάσει πολύς καιρός από τότε που όταν οι γυναίκες κυοφορούσαν κορίτσια το σχόλιο ήταν, «δεν πειράζει, στο επόμενο (!)». Σάμπως και τα κορίτσια ήταν δεύτερης κατηγορίας παιδιά. Πλέον τα πράγματα έχουν αλλάξει αρκετά. Αγόρια και κορίτσια μεγαλώνουν στο σύγχρονο κόσμο ισότιμα, δυνατά και ελεύθερα να κυνηγήσουν τα όνειρά τους στηριζόμενα στα ταλέντα και στις δεξιότητές τους.

Κάτι στραβώνει όμως στην πορεία.

Γιατί αργά ή γρήγορα κάπου συνειδητοποιείς ότι αν είσαι γυναίκα σου επιτρέπεται παντού τόσο, όσο, δεν ενοχλεί κατεστημένα, συμφέροντα, άγραφους νόμους και παραδόσεις. Ενώ παράλληλα οφείλεις να είσαι και ευγνώμων επειδή πλέον σου έχουν “δοθεί” πάρα πολλά. Σαν να υπάρχει ένα είδος κοινωνικού μέτρου αναφορικά με το πόση πρόοδος και πόσο γρήγορα μπορεί και πρέπει να επισυμβεί για τα θέματα ισότητας.

Γι’ αυτό το λόγο η αντιπροσώπευση ακόμη υστερεί σημαντικά, επειδή ακόμη και σήμερα θεωρείται κοινωνικά παράλογο να ζητάς εκπροσώπηση που να φτάνει το 50% – 50% σε συμβούλια και διορισμούς. Γι’ αυτό οι γυναίκες ακόμη δε συμμετέχουν στις διαπραγματεύσεις για το κυπριακό καθώς αυτό θεωρείται ακόμη και σήμερα ανδρική υπόθεση. Γι’ αυτό η πλειοψηφία των θυμάτων βίας και ενδοοικογενειακής βίας είναι γυναίκες. Επειδή εκεί ακόμη επικρατεί λιγότερη πολιτική ορθότητα, μεγαλύτερη σιωπή και περισσότερη «κανονικότητα» στους παραδοσιακούς ρόλους του καθενός. Γι’ αυτό ακόμη το σώμα που σεξουαλικοποιείται και προβάλλεται καθημερινά ως θελκτικό προϊόν προς πώληση είναι το γυναικείο επειδή αυτό ζητά ο «κόσμος». Οπότε, για ποια ισότητα μιλάμε;

Ο δρόμος είναι ακόμη μακρύς και δύσκολος. Ίσως πιο δύσκολος από ποτέ. Επειδή ο σεξισμός σήμερα είναι καλά κρυμμένος και δύσκολα ανιχνεύσιμος. Βρισκόμαστε όμως σε καλό δρόμο.

Η χιονοστιβάδα των αποκαλύψεων για σεξουαλικές παρενοχλήσεις, ήρθε να ταράξει τα νερά για ένα από τα τελευταία οχυρά συγκάλυψης. Αυτό της σεξουαλικής παρενόχλησης. Η αρχική παγωμάρα και καθυστέρηση μέχρι να ηρεμήσουν τα πράγματα δεν ήταν αρκετή για να συγκρατήσει την οργή και την πίεση για κάθαρση. Μίλησαν κι άλλες, η ομερτά ράγισε. Κάποιοι πήγαν να ψελλίσουν κάτι του τύπου, γιατί τώρα και τι περίμενε και να δούμε τι θέλει αλλά δεν επικράτησαν. Γιατί η ισότητα δεν είναι ελεημοσύνη, η ισότητα δεν είναι μόδα, η ισότητα δεν είναι διακηρύξεις.

Η ισότητα είναι τρόπος ζωής και αντίληψης και διαπιστώνω ότι στη χώρα μας σημαντικός αριθμός από άντρες και γυναίκες το ασπάζονται. Η ισότητα είναι ένδειξη της κοινωνικής, πολιτικής και πολιτισμικής ωρίμανσης μίας κοινωνίας στο σύνολό της. Η ισότητα είναι ένδειξη ποιότητας δημοκρατίας και προόδου. Η ισότητα είναι καλή για την οικονομία, την αγορά, την έρευνα και την επιστήμη. Η ισότητα… είναι καλύτερη για όλους!

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΣΤΟ ΕΙΔΗΣΕΟΓΡΑΦΙΚΟ ΣΑΙΤ “ΠΡΩΤΑΓΩΝΙΣΤΕΣ”

Από τον Νοέμβριο του 2019 βρίσκεται στα έδρανα της Βουλής και προσβλέπει στην επανεκλογή της με στόχο να συμμετέχει με εποικοδομητικό τρόπο σ’ αυτό το οποίο διαμορφώνει η πολιτική, δηλώνει στους ΠΡΩΤΑΓΩΝΙΣΤΕΣ η Βουλευτής του ΔΗΣΥ κα Ξένια Κωνσταντίνου.

«Με ενδιαφέρει ο τόπος στον οποίον ζούμε, οι πολιτικές αποφάσεις, το μέλλον της επόμενης γενιάς, ο τρόπος με τον οποίον λειτουργεί το κράτος μας, οπότε κατά βάση αυτό είναι το κίνητρό μου και ο λόγος για τον οποίον βρίσκομαι στην πολιτική» , επισημαίνει η Βουλευτής, σχολιάζοντας επίσης και τους τομείς οι οποίοι την ενδιαφέρουν περισσότερο.

Όπως τονίζει η ίδια πρόκειται κυρίως για τον εκσυγχρονισμό του κράτους, δηλαδή την ανάγκη να γίνονται μεγάλες μεταρρυθμίσεις οι οποίες να βελτιώνουν την καθημερινότητα, την ποιότητα ζωής και τις παρεχόμενες υπηρεσίες του κράτους προς τους πολίτες.

Παράλληλα υπογραμμίζει πως την απασχολούν τα ζητήματα που έχουν να κάνουν με τις κοινωνικές πολιτικές, δηλώνοντας ότι και κατά τη διάρκεια της μέχρι τώρα θητείας της έχει ασχοληθεί ειδικότερα με ζητήματα ανθρωπίνων δικαιωμάτων, την άρση των διακρίσεων, τη νέα γενιά αλλά και με την τρίτη ηλικία. «Είναι ένας τομέας στον οποίον θεωρώ ότι έχουν να γίνουν ακόμη πολλά πράγματα για να καταφέρουμε να έχουμε ένα καλύτερο κοινωνικό κράτος και ειδικότερα για τους πλέον αδύναμους και για τις κοινωνικές ομάδες οι οποίες ίσως αποτελούν κατά κάποιον τρόπο θύματα διακρίσεων, είτε αφορά στις γυναίκες, είτε στους μετανάστες, είτε στους ανθρώπους που διαβιώνουν κάτω από το όριο της φτώχιας», εξηγεί.

Κληθείσα να σχολιάσει την αποχή σε προηγούμενες εκλογές εξέφρασε την άποψη ότι σε μεγάλο βαθμό είναι πράγματι απαξίωση, σημειώνοντας πως «υπάρχουν αυξημένες ανάγκες και πιο απαιτητικές προσεγγίσεις εκ μέρους των πολιτών για τους πολιτικούς, οπότε πρέπει να καταφέρουμε αυτήν την απαξίωση να την μετατρέψουμε εκ νέου σε ενδιαφέρον» και συμπληρώνοντας πως θα μετατραπεί σε ενδιαφέρον« αν και εφόσον θα μπορέσουμε να έχουμε πολίτες οι οποίοι να είναι ενημερωμένοι και στο τέλος να καταφέρουμε να έχουμε πολίτες οι οποίοι θα θέλουν να συμμετέχουν στα κοινά, στο γίγνεσθαι και στις εκλογές.

«Πιστεύω ότι είναι απαραίτητο αυτό γιατί θεωρώ ότι με την αποχή, στο τέλος της ημέρας, οι μόνοι οι οποίοι ευνοούνται είναι το κατεστημένο, το υφιστάμενο καθεστώς το οποίο δεν αλλάζει, δεν ανατρέπεται κατά κάποιον τρόπο», αναφέρει, τονίζοντας την ανάγκη συμμετοχής όλου του πληθυσμού και ειδικότερα των νέων.

Η κα Κωνσταντίνου επισημαίνει ότι «η δημοκρατία, το σύνταγμα και οι θεσμοί θα συνεχίσουν να λειτουργούν, αυτή είναι η σκληρή, ωμή πραγματικότητα αλλά όσοι θα μείνουν εκτός της εκλογικής διαδικασίας δεν θα έχουν τη δυνατότητα να τους διαμορφώσουν, επομένως πρέπει να είμαστε συνδιαμορφωτές όλοι μας σε αυτά τα οποία μας αφορούν», προσθέτοντας ότι η πολιτική αφορά τα πάντα τα οποία συμβαίνουν στη ζωή μας. «Έχουμε την ευθύνη και κατά κάποιον τρόπο το χρέος απέναντι στους ίδιους τους εαυτούς μας ως πολίτες να συμμετέχουμε σε αυτή τη διαδικασία», σημειώνει.

Ερωτηθείσα για την κορύφωση της διαφθοράς τα τελευταία χρόνια εξηγεί ότι δεν υπάρχει μόνο τα τελευταία χρόνια, αλλά υφίσταται από τη γέννηση της Κυπριακής Δημοκρατίας όπου και υπήρξαν σοβαρά σκάνδαλα. Παράλληλα εκφράζει την άποψη ότι «ο λόγος για τον οποίον υπάρχει η αίσθηση πως πλέον η διαφθορά είναι μεγαλύτερη, είναι επειδή υπάρχει πολύ μεγαλύτερη διαφάνεια, πιο πολλές πηγές ενημέρωσης, πιο απαιτητικοί πολίτες, οπότε η διαφθορά επηρεάζει και αφορά τον καθένα μας πολύ πιο έντονα», αναφέροντας ότι η διαφθορά είναι κάτι το οποίο θέλει και αλλαγή κουλτούρας, κάτι το οποίο βεβαίως έχει να κάνει με τα πολιτικά πρότυπα τα οποία καλλιεργούμε.

«Χρειάζεται αυξημένη εντιμότητα και ειλικρίνεια από τους ίδιους τους θεσμούς και τους πολιτικούς και όλα τα δημόσια πρόσωπα και επιπλέον θεωρώ ότι χρειαζόμαστε και ένα πιο ισχυρό νομοθετικό πλαίσιο, δηλαδή που να έχει μεγαλύτερους μηχανισμούς ελέγχου, πρέπει να υπάρχει  αλληλοέλεγχος σε μια Δημοκρατία. Προς αυτή την κατεύθυνση έχουν γίνει σοβαρά βήματα προς τα μπροστά αλλά υπάρχουν κενά τα οποία πρέπει να καλύψουμε και βεβαίως το πιο σημαντικό για να νιώθει και να ικανοποιείται το περί δικαίου αίσθημα είναι όσοι έχουν φταίξει, ανεξάρτητα ποιοι είναι, να βρεθούν ενώπιον της Δικαιοσύνης για να αποδοθεί το δίκαιο εάν αυτό κρίνει το Δικαστήριο, οπότε νομίζω ότι χρειάζεται αυτή η ταχύτητα στη διερεύνηση των υποθέσεων αυτών για να νιώθει ο κόσμος ότι πράγματι όποιος φταίξει θα βρεθεί ενώπιον των πράξεων του», καταλήγει.

Η ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΣΤΑ ΣΧΟΛΕΙΑ Η ΚΑΛΥΤΕΡΗ ΛΥΣΗ

Το περιοδικό Economist στο τεύχος Ιουλίου δημοσίευε σε περίοπτη θέση ως άποψη του περιοδικού κείμενο με τίτλο, «Αφήστε τα -παιδιά- να μάθουν». Στο άρθρο ο συντάκτης παρέθετε μία σειρά από λόγους για τους οποίους υπερασπιζόταν την άποψη ότι, διατηρώντας τα σχολεία κλειστά βλάπτει περισσότερο από το άνοιγμά τους. Μία θέση με την οποία συμφωνώ και η οποία ολοένα και βρίσκει μεγαλύτερη απήχηση και αποδοχή – τουλάχιστον στις δυτικές κοινωνίες.

Η επιστροφή ή όχι στα σχολεία είναι μία συζήτηση η οποία κυριαρχεί αυτή την περίοδο σχεδόν σε ολόκληρο τον πλανήτη. Το δεύτερο κύμα του covid-19 σε συνδυασμό με την απρόβλεπτη εξέλιξή του προκαλεί ανησυχία και προβληματισμό. Από την άλλη, οι ειδικοί επιδημιολόγοι έχουν από τα μέχρι στιγμής δεδομένα σοβαρές ενδείξεις ότι παιδιά και ανήλικοι χωρίς επιβαρυμένο ιατρικό ιστορικό δεν κινδυνεύουν από τον ιό ή για να τεθεί πιο σωστά, κινδυνεύουν περίπου χίλιες φορές λιγότερο να πεθάνουν από τον ιό από ένα άτομο ηλικίας μεταξύ 70-80 ετών. Επιπλέον τα παιδιά είναι πιο ανθεκτικά στο ενδεχόμενο να κολλήσουν αλλά και λιγότερο πιθανά για να διαδώσουν τον ιό. (πηγή: PHE)

Επιπλέον, κλειστά σχολεία θα σημαίνει ότι, τα παιδιά θα βρεθούν εντελώς εκτός παιδαγωγικής διαδικασίας και κουλτούρας, ιδιαίτερα αν αναλογιστούμε ότι τα δημόσια σχολεία είναι κλειστά από τις αρχές περασμένου Μαρτίου. Επιπλέον, για τα νεαρά παιδιά του δημοτικού είναι μάλλον ευσεβοποθισμός το να θεωρείται η περιορισμένου χρόνου τηλεκπαίδευση με εργαλεία όπως το zoom ότι αποτελεί μία αποδοτική μέθοδο διδασκαλίας και μάθησης.

Πρέπει επίσης να σκεφτούμε τις επιπτώσεις που θα έχει στα παιδιά που είχαν την ατυχία να φοιτούν σε δημόσια σχολεία κατά την περίοδο της πανδημίας του covid-19. Θα είναι αυτά τα παιδιά θύματα όχι μόνο όλων των υπολοίπων επιπτώσεων που έχει επιφέρει ο ιός, αλλά και με προσωπικό κόστος στην γνωστική τους ανάπτυξη. Ιδιαίτερα παιδιά με μαθησιακές δυσκολίες, με δυσκολίες προσαρμογής ή με την πρόκληση της μετάβασης από ένα γνωστικό κύκλο στον επόμενο, πχ. από προδημοτική στο δημοτικό, από δημοτικό γυμνάσιο κλπ. Για όλα αυτά τα παιδιά η παρατεταμένη απουσία από το σχολικό περιβάλλον και τους εκπαιδευτικούς τους θα τα πλήξει ακόμη περισσότερο.

Επιπλέον, ο πλανήτης έχει ήδη κάνει μία γενναία παραδοχή έστω και σιωπηρή. Ότι δεν μπορεί να παραμείνει κλειστός για πάντα μέχρι την εξεύρεση και χορήγηση του εμβολίου. Οι οικονομίες έπρεπε να επαναρχίσουν, μαζί και η ζωή. Αναντίλεκτα με διαφορετικούς όρους και πάρα πολλούς περιορισμούς και προφυλάξεις αλλά, η ζωή συνεχίστηκε. Άνοιξαν τα εστιατόρια, τα θέατρα, τα ξενοδοχεία, τα μέσα μαζικής μεταφοράς, τα γήπεδα, οι αερομεταφορές.

Άλλες μονάδες και τομείς της οικονομίας δεν σταμάτησαν ποτέ τις εργασίες τους αλλά αντίθετα εργάστηκαν σκληρά και αδιάκοπα για να μπορέσουμε όλοι οι υπόλοιποι να απολαμβάνουμε απρόσκοπτα υπηρεσίες.

Οπότε το κλείσιμο των σχολίων δεν είναι η αποτελεσματικότερη μέθοδος για να αποφύγουμε τον ιό. Εξάλλου, τα παιδιά έχουν το αναφαίρετο δικαίωμα στην μάθηση και η πολιτεία την αποκλειστική ευθύνη να τους το παράσχει απρόσκοπτα. Γι’ αυτό τα σχολεία ας ανοίξουν τις πύλες τους ξανά για να υποδεχτούν το πιο αγνό και το πιο πολύτιμο μέρος του πληθυσμού, με προσοχή και με ειδικές ρυθμίσεις. Με αποστάσεις, λιγότερους μαθητές και μαθήτριες σε κάθε τάξη, με ενισχυμένα μέτρα υγιεινής και με σωστή καθαριότητα στους δημόσιους χώρους. Εννοείται ότι στις περιπτώσεις εκείνες όπου παιδιά ανήκουν σε ευπαθείς ομάδες και ίσως -ανά περίπτωση-, και για τα αδέρφια τους το κράτος και το αρμόδιο υπουργείο έχουν την ευθύνη να μεριμνήσουν για ειδικές ρυθμίσεις ενδεχομένως και με κατ’ οίκον διδασκαλία για να μην μείνει πίσω κανείς.

Η παιδεία, είναι το πιο δημοκρατικό αγαθό που παρέχουμε στα παιδιά μας. Με τη γνώση μπορεί ένα παιδί να ξεφύγει από τη φτώχεια, από την εκμετάλλευση, από την απομόνωση, από κάθε είδους κοινωνικό και οικονομικό αποκλεισμό. Έχουμε ευθύνη ως πολιτεία αυτό το αγαθό να το διαφυλάξουμε και να βρούμε τους τρόπους για να το παράσχουμε απρόσκοπτα προς τη νέα γενιά.

 

Η γάγγραινα της πολιτικής απαξίωσης

Κατά τα τελευταία χρόνια έχει επικρατήσει μία γενικευμένη αντίληψη ότι τα πολιτικά κόμματα δεν είναι πλέον «χρήσιμα». Μια αντίληψη εσφαλμένη αλλά και επικίνδυνη η οποία οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στο ότι ένα  σημαντικό κομμάτι της κοινωνίας θεωρεί πως τα κόμματα δεν αποτελούν σύγχρονα μέσα και μορφές διεκδίκησης. Επειδή δυστυχώς, οι κομματικές πρακτικές, οι κομματικές συγκεντρώσεις και εκδηλώσεις δεν είναι ελκυστικές για τον μέσο πολίτη και γι’ αυτό χρειάζεται μια μεγάλη ανασυγκρότηση εκ των έσω.
Βεβαίως, υπάρχει και μια άλλη μερίδα η οποία θεωρεί ότι τα κόμματα δεν είναι πλέον χρήσιμα επειδή δε μπορούν πλέον να «εξυπηρετήσουν» τους ψηφοφόρους τους όπως έκαναν παλαιότερα. Υπάρχει δηλαδή μια μερίδα η οποία είναι απογοητευμένη από τη μη συνέχιση της παλιάς «καλής» κομματοκρατίας (άσχετο αν φωνάζει εναντίον της). Αυτό όμως είναι ζήτημα κουλτούρας και προπάντων είναι ζήτημα αλλαγής των πολιτικών προτύπων και της σχέσης πολίτη-πολιτικού.
Η απαξίωση της πολιτικής δεν είναι κυπριακό φαινόμενο. Είναι κάτι που παρατηρούμε σε όλο το δυτικό κόσμο με ιδιαίτερα αρνητικές επιπτώσεις στο επίπεδο της δημοκρατίας και της κοινωνικής συνοχής. Οι λόγοι είναι πασιφανείς. Επειδή δυστυχώς στελέχη όλων ανεξαιρέτως των πολιτικών χώρων έχουν διασυνδεθεί (δίκαια ή άδικα) με υποθέσεις διαπλοκής, διαφθοράς ή προνομιακής μεταχείρισης και αυτό αμαυρώνει την ευρύτερη εικόνα της πολιτικής ζωής καθιστώντας εξαιρετικά δύσκολη έως και αδύνατη την όποια διάκριση ανάμεσα σε ενάρετους και μη ενάρετους. Όλοι ανεξαιρέτως τσουβαλιάζονται και αποδομούνται συλλογικά. Οι πολίτες εκφράζουν την απαξίωσή τους είτε με τη μη συμμετοχή τους στις εκλογές, είτε, με τις λεγόμενες «αντι-συστημικές» επιλογές.
Ποιο καταλήγει όμως να είναι το αποτέλεσμα; Το αποτέλεσμα είναι η ανακύκλωση του συστήματος στην καλύτερη, η δραματική χειροτέρευση του στη χειρότερη. Επειδή η μη ενασχόληση των πολιτών καταλήγει με μαθηματική ακρίβεια στην άνοδο λαϊκίστικων και ακραίων πολιτικών κινημάτων είτε μέσα από τα παραδοσιακά κόμματα είτε μέσα από νέους σχηματισμούς. Έτσι στο τέλος της ημέρας τις κακές πολιτικές ηγεσίες καταλήγουν να πληρώνουν οι ίδιοι οι πολίτες.
Τι πρέπει να γίνει από μέρους των κομμάτων για να αλλάξει αυτή η απογοητευτική εικόνα;
Πρωτίστως απαιτείται ιδεολογική συγκρότηση / ανασυγκρότηση! Ο σημερινός μορφωμένος, ανεξάρτητος και απαιτητικός πολίτης χρειάζεται ένα συγκροτημένο ιδεολογικό αφήγημα που να συμβαδίζει με τη σύγχρονη ζωή και τα σύγχρονα διλήμματα στηριγμένο σε αρχές και αξίες. Για να νιώσει κάποιος ότι ασπάζεται συνειδητά και αυτόβουλα μία ιδεολογία πρέπει να νιώσει περήφανος γι’ αυτό που εκπροσωπεί ο πολιτικός χώρος στον οποίο θα επιλέξει να ανήκει.
Τα πολιτικά κόμματα και οι πολιτικές ηγεσίες οφείλουν να κατανοήσουν ότι η σχέση του πολίτη και του πολιτικού πρέπει να είναι ισότιμη και ο σεβασμός αμοιβαίος. Γι’ αυτό χρειαζόμαστε ανοικτά κόμματα και όσο το δυνατόν περισσότερο ανοικτές εκλογικές διαδικασίες. Οι κατάλογοι μελών, οι κομματικές συνδρομές κλπ είναι πρακτικές άλλων εποχών. Η κοινωνία σήμερα επιζητεί διαφάνεια, προτάσεις σύγχρονες και εφικτές, αποδοτικότητα, ρήξη με κατεστημένα συμφέροντα, προτάσεις για βελτίωση και απλοποίηση της ποιότητας της ζωής των πολιτών και προπάντων νομίζω ότι η κοινωνία επιζητεί εν συναίσθηση από τις πολιτικές ηγεσίες.
Τέλος, οι πολιτικές ηγεσίες για να ανακτήσουν το χαμένο τους κύρος οφείλουν να αυτό-ελεχθούν υιοθετώντας αυστηρές πρακτικές διαφάνειας και λογοδοσίας, όπως το πόθεν έσχες, το ασυμβίβαστο μεταξύ ορισμένων επαγγελμάτων και παράλληλης ενασχόλησης με την πολιτική, την εισαγωγή ορίων θητειών και την επιβολή αυστηρού ελέγχου των προεκλογικών δαπανών και των κομματικών εσόδων.
Γιατί μια κοινωνία δε πρόκειται ποτέ να εξυγιανθεί όσο οι θεσμοί της συντηρούν τον πήχη της δικής τους εξυγίανσης χαμηλά.

Σχολιάζοντας την απαξίωση της πολιτικής

Συνέντευξη Εφημ. Πολίτης
στη Γιώτα Χ’ Κώστα

1. Σχετικά με τα αποτελέσματα του ευρωβαρόμετρου οι πολίτες απάντησαν σε ποσοστό 90% ότι δεν εμπιστεύονται τους πολιτικούς. Ποια η δική σας άποψη για τους λόγους που οδηγούν στην τόσο μεγάλη απαξίωση; Ειδικότερα μετά και την απόρριψη του νομοσχεδίου που αφορούσε στην οριζόντια ψηφοφορία
Οι λόγοι είναι προφανείς. Δυστυχώς και στο πρόσφατο παρελθόν στελέχη όλων ανεξαιρέτως των πολιτικών χώρων έχουν διασυνδεθεί (δίκαια ή άδικα) με φαινόμενα διαπλοκής, διαφθοράς ή προνομιακής μεταχείρισης και δυστυχώς αυτό αμαυρώνει σε μεγάλο βαθμό την ευρύτερη εικόνα της πολιτικής ζωής. Η οριζόντια ψηφοφορία θα αποτελούσε οπωσδήποτε ένα ουσιαστικό βήμα προς τη σωστή κατεύθυνση αλλά δυστυχώς κάποιοι σκέφτηκαν πολύ μυωπικά και το καταψήφισαν.
Βεβαίως η απαξίωση έναντι της πολιτικής δεν είναι κυπριακό φαινόμενο. Είναι κάτι που παρατηρούμε σε όλο τον δυτικό κόσμο εκείνο όμως που πρέπει να προβληματίσει σοβαρά τον κάθε ένα και την κάθε μία είναι ότι η μη ενασχόληση των πολιτών με την πολιτική και η απαξίωση της σε ένα μόνο καταλήγει κι αυτό το έχουμε δει να συμβαίνει σε χώρες με πολύ μεγαλύτερη πολιτική παράδοση από τη δική μας. Η μη ενασχόληση καταλήγει με μαθηματική ακρίβεια στην άνοδο λαϊκιστών και ακραίων πολιτικών κινημάτων και στο τέλος της ημέρας τις κακές πολιτικές ηγεσίες καταλήγουν να πληρώνουν πάντοτε οι ίδιοι οι πολίτες.
2. Τι πιστεύετε ότι δημιουργεί αυτή την τόσο μεγάλη απαξίωση ανάμεσα στους πολίτες και τα πολιτικά κόμματα; Είναι κάτι που σαφέστατα δεν τιμά ούτε τα ίδια τα κόμματα.
Δυστυχώς επικρατεί τα τελευταία χρόνια η γενικευμένη αντίληψη ότι τα πολιτικά κόμματα δεν είναι πλέον «χρήσιμα». Μια αντίληψη εσφαλμένη αλλά και επικίνδυνη κατά τη δική μου άποψη η οποία οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στο ότι ένα  σημαντικό κομμάτι της κοινωνίας θεωρεί πως τα κόμματα δεν αποτελούν σύγχρονες μορφές διεκδίκησης. Επειδή δυστυχώς οι κομματικές πρακτικές, οι κομματικές συγκεντρώσεις και εκδηλώσεις δεν είναι ελκυστικές για τον μέσο πολίτη και γι’ αυτό χρειάζεται μια μεγάλη ανασυγκρότηση.
Βεβαίως, υπάρχει και μια άλλη μερίδα η οποία θεωρεί ότι τα κόμματα δεν είναι πλέον χρήσιμα επειδή δε μπορούν πλέον να «εξυπηρετήσουν» τους ψηφοφόρους τους όπως έκαναν παλαιότερα. Υπάρχει δηλαδή μια μερίδα η οποία είναι απογοητευμένη από τη μη συνέχιση της παλιάς «καλής» κομματοκρατίας άσχετο αν φωνάζει εναντίον της. Αυτό όμως είναι ζήτημα κουλτούρας και προπάντων είναι ζήτημα αλλαγής των πολιτικών προτύπων και της σχέσης πολίτη-πολιτικού.
3. Τι πρέπει να γίνει από μέρους των κομμάτων για να αλλάξει αυτή η απογοητευτική εικόνα;
Πρωτίστως χρειάζεται ιδεολογική συγκρότηση. Ο σημερινός μορφωμένος, ανεξάρτητος και απαιτητικός πολίτης χρειάζεται ένα συγκροτημένο ιδεολογικό αφήγημα που να συμβαδίζει με τη σύγχρονη ζωή και τα σύγχρονα διλήμματα στηριγμένο σε αρχές και αξίες. Για να νιώσει κάποιος ότι ασπάζεται συνειδητά και αυτόβουλα μία ιδεολογία πρέπει να νιώσει περήφανος γι’ αυτό που εκπροσωπεί ο πολιτικός χώρος στον οποίο θα επιλέξει να ανήκει.
Επιπλέον τα πολιτικά κόμματα και οι πολιτικές ηγεσίες πρέπει να κατανοήσουν ότι η σχέση του πολίτη και του πολιτικού οφείλει και πρέπει να είναι ισότιμη και ο σεβασμός αμοιβαίος. Γι’ αυτό χρειαζόμαστε ανοικτά κόμματα και όσο το δυνατόν περισσότερο ανοικτές εκλογικές διαδικασίες. Οι κατάλογοι μελών, οι κομματικές συνδρομές κλπ είναι πρακτικές άλλων εποχών. Η κοινωνία σήμερα επιζητεί διαφάνεια, προτάσεις σύγχρονες και εφικτές, αποδοτικότητα, ρήξη με κατεστημένα συμφέροντα, προτάσεις για βελτίωση και απλοποίηση της ποιότητας της ζωής των πολιτών και προπάντων νομίζω ότι η κοινωνία επιζητεί ενσυναίσθηση από τις πολιτικές ηγεσίες.
Τέλος, οι πολιτικές ηγεσίες για να ανακτήσουν το χαμένο τους κύρος οφείλουν να αυτό-ελεχθούν υιοθετώντας αυστηρές πρακτικές διαφάνειας και λογοδοσίας, όπως το πόθεν έσχες, το ασυμβίβαστο μεταξύ ορισμένων επαγγελμάτων και παράλληλης ενασχόλησης με την πολιτική, όρια θητειών και σοβαρό έλεγχο των προεκλογικών δαπανών και των κομματικών εσόδων.
Της Ξένιας Κωνσταντίνου, ΔΗΣΥ

Ποια παιδεία, για ποια δημοκρατία;

Kάθε συζήτηση με αντικείμενο την παιδεία δε μπορεί παρά να ξεκινά από ένα βασικό ερώτημα. Τι είδους πολίτες επιθυμούμε να διαμορφώσουμε; Ποια χαρακτηριστικά πρέπει να έχουν οι αυριανοί πολίτες της χώρας (του κόσμου); 

Επειδή όταν συζητάμε αποσπασματικά χάνουμε πολλές φορές τη μεγάλη εικόνα. Όταν συζητάμε για τα θρησκευτικά, για την ιστορία, τη βιολογία, για τη μεθοδολογία της μάθησης, τις εικόνες στα σχολεία, την πρωινή προσευχή, το ολοήμερο σχολείο, τις σχολικές γιορτές και τόσα άλλα πρέπει να έχουμε υπόψη μας ότι αυτά είναι όλα όσα διαμορφώνουν τις προσωπικότητες των μαθητών και μαθητριών μας.

Είναι ο φακός που τους ανάβει το σχολείο μέσα από τον οποίο θα βλέπουν και θα κατανοούν τον κόσμο. Ο τρόπος, που θα διαμορφώνουν άποψη και που θα ερμηνεύουν την κοινωνία, τη δημοκρατία και τη θέση τους έναντι των «άλλων».

Αν επιλέξουμε να έχουμε για παράδειγμα μάθημα Ιστορίας που να μην είναι γραμμικό και εθνοκεντρικό, μάθημα Θρησκευτικών που να μην είναι κατηχητικό και ομολογιακό, μάθημα Ελληνικών που να περιλαμβάνει κείμενα ξένων λογοτεχνών, αυτά αλλάζουν δραστικά τον τρόπο που οι μαθητές βλέπουν και κατανοούν τον κόσμο. Ένα κόσμο που αλλάζει τόσο ραγδαία. Που η τεχνολογία εξελίσσεται τόσο απότομα και που η παγκοσμιοποίηση επιβάλλει την κίνηση ανθρώπων, ιδεών, κεφαλαίων και υπηρεσιών σε παγκόσμια κλίμακα.

Το ίδιο ισχύει και για το ευρύτερο περιβάλλον του σχολείου. Επειδή η ύλη και η διδακτικές μέθοδοι έχουν αντίστοιχη βαρύτητα με τις αξίες που αντιπροσωπεύει και εκπέμπει το ευρύτερο σχολικό περιβάλλον.

Η δημοκρατικότητα στη λειτουργία ενός σχολείου, η ίση μεταχείριση όλων των μαθητών, η καλλιέργεια οικολογικής συνείδησης και η αντιρατσιστική κουλτούρα είναι αρχές που μπορούν να συνοδεύουν ένα παιδί για το υπόλοιπο της ζωής του.

Το «φράγμα» της τυπικής και της μη τυπικής μάθησης πλέον έχει σπάσει. Το σύγχρονο επίσημο σχολείο έχει το καθήκον να μάθει στα παιδιά και γνώσεις και δεξιότητες και να γράφουν και να κατανοούν συναισθήματα, και να διαβάζουν και να ερμηνεύουν.

Τι πολίτες θέλουμε, λοιπόν;

Οι γνώσεις θα αποτελούν πάντοτε και αναντίλεκτα ένα εργαλείο το οποίο θα τους ανοίξει την επόμενη πόρτα. Εν τούτοις, οι ειδικοί σήμερα συγκλίνουν σε ένα νέο τρίπτυχο όσο αφορά στις απαραίτητες δεξιότητες που μπορούν να καταστήσουν ένα επαγγελματία επιτυχημένο κι αυτές είναι, 1) να μάθεις να μαθαίνεις, 2) να μάθεις να προσαρμόζεσαι και 3) να μάθεις να θέτεις σε εφαρμογή αυτά που γνωρίζεις.

Παιδιά όμως που βρίσκονται σε ένα σχολικό περιβάλλον γεμάτο ανελευθερία, άκαμπτο μορφωτικά, εκπαιδευτικά και πολιτισμικά δε μπορούν στη συνέχεια να αποκτήσουν  δεξιότητες προσαρμοστικότητας, κριτικής σκέψης ή πρωτοβουλίας. Στοιχεία απαραίτητα για να επιβιώσουν όχι μόνο επαγγελματικά αλλά και κοινωνικά.

Γι’ αυτό είναι απαραίτητο να φτιάξουμε μια παιδεία που να φτιάχνει πολίτες έτοιμους να διαπρέψουν στην αγορά εργασίας αλλά και ικανούς να διαμορφώσουν μια καλύτερη κοινωνία. Πιο ανεκτική, πιο ανοικτή και προπάντων πιο φιλελεύθερη. Για να γίνει όμως αυτό, χρειάζεται να περάσουμε σε ένα διαφορετικό τρόπο σκέψης, εντελώς ανατρεπτικό αναφορικά με τη μεταρρύθμιση της παρεχόμενης δημόσιας εκπαίδευσης. Η δημόσια παιδεία μας πρέπει να εκδημοκρατιστεί εκ βάθρων. Από την αντιδημοκρατική όψη των κτιρίων μέχρι το «κεκτημένο» ωράριο, τη στολή και την ύλη. Να αλλάξουν όλα! Αυτό προϋποθέτει χρόνο αλλά κυρίως, προϋποθέτει θέληση και όραμα.

Μπράβο, Ντεριά!


Το να συνδυάζει κανείς θάρρος, αξιοπρέπεια και άποψη στην πολιτική αποτελεί σπάνιο γνώρισμα, καθώς, στις πλείστες τόσες φορές το θάρρος μετατρέπεται σε αμετροέπεια, η αξιοπρέπεια καταπατείται στη συνένοχη σιωπή και η άποψη πλατειάζει αρκετά για να χωρέσει μέσα σχεδόν τα πάντα.  

Η Ντοούς Ντεριά στην πρώτη της δημόσια παρέμβαση με την ιδιότητα της «βουλευτού» στην κατεχόμενη Λευκωσία απέδειξε ότι διαθέτει και τα τρία. Όταν την περασμένη εβδομάδα κλήθηκε να ανέβει στο βήμα της ψευδοβουλής για να δώσει τον καθιερωμένο «όρκο»  ανέγνωσε κείμενο το οποίο συνέταξε η ίδια και στο οποίο ορκιζόταν να υπερασπιστεί τα ανθρώπινα  δικαιώματα δίχως αποκλεισμούς και διακρίσεις. 

Ο «όρκος» της Ντεριά όπως δόθηκε γραπτώς στη δημοσιότητα έγραφε,

 «Ορκίζομαι στην ανθρώπινη μου τιμή ότι θα εργαστώ για τον οποιοδήποτε ζει στην Κύπρο με στόχο να μη θυματοποιηθεί εξαιτίας της γλώσσας, της θρησκείας, της φυλής, του τόπου γέννησης, της κοινωνικής τάξης, της ηλικίας, της φυσικής ικανότητας, του φύλου ή του σεξουαλικού προσανατολισμού, ότι θα προσπαθήσω για τη δημιουργία ενός περιβάλλοντος δικαιοσύνης και ισότητας όπου η εργασία δε θα γίνεται αντικείμενο εκμετάλλευσης, ότι θα επιδιώξω την αντικατάσταση της κουλτούρας της σύγκρουσης και της βίας με τη θεμελίωση των αξιών της ειρήνης και της συναίνεσης, ότι θα μείνω αφοσιωμένη στις αξίες του κράτους δικαίου και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και ελευθεριών, ότι δε θα παραιτηθώ από το όραμα της εγκαθίδρυσης μιας ομοσπονδιακής Κύπρου».

Οι συνάδελφοί της στην παράνομη βουλή ακούγοντας την να διαβάζει τα πιο πάνω σκανδαλιστικά -για τους ίδιους πάντοτε λόγια – αντέδρασαν έντονα. Αρκετοί εγκατέλειψαν την αίθουσα, ενώ ορισμένοι άλλοι -περισσότερο μάγκες- κινήθηκαν απειλητικά προς το μέρος της και άρχισαν να την προπηλακίζουν με φωνές και χειρονομίες. Προκλήθηκε πανικός και η «ορκωμοσία» διακόπηκε. 

Η «τάξη» επανήλθε όταν η Ντεριά διάβασε τον κοινό «όρκο» και η διαδικασία συνεχίστηκε κανονικά. Αυτός είναι και ένας από τους βασικούς λόγους που με κάνει να πιστεύω ότι αυτό που ενόχλησε περισσότερο την πολιτική νομενκλατούρα στα κατεχόμενα από την πράξη της Ντεριά είναι, ότι έθεσε σε κίνδυνο την επίπλαστη εικόνα του ψευδοκράτους. Ότι δηλαδή, χάλασε τη σοβαροφάνεια των «θεσμών» τους. Παγιδευμένοι καθώς είναι μέσα σε ένα εξαρτημένο και μη αναγνωρισμένο κράτος, τους είναι εξαιρετικά δύσκολο να αντιληφθούν ότι η Ντεριά με τη πολιτική κουλτούρα και τις θέσεις της αποτελεί ουσιαστικά ότι καλύτερο και πιο σύγχρονο έχουν να επιδείξουν. 

Το δυστύχημα είναι που η Ντεριά μια νέα τουρκοκύπρια πολιτικός έτοιμη να ορκιστεί «για λόγους συνείδησης» όπως ανέφερε η ίδια, στην ανθρώπινη της τιμή ότι θα παλέψει για τα ανθρώπινα δικαιώματα, την ειρήνη και τις αρχές δικαίου, βρίσκεται παγιδευμένη σε μια ψευδοβουλή, έως ότου τουλάχιστον, γίνει πράξη το όραμά της για την εγκαθίδρυση μιας ομοσπονδιακής Κύπρου. 

Το βέβαιο πάντως είναι ότι πολιτικούς όπως την Ντεριά τους έχουμε ανάγκη και στις δύο κοινότητες. Πολλές φορές διαβάζοντας και παρακολουθώντας την πολιτική ζωή του τόπου διαπιστώνω ότι έχουμε περισσότερους «μάγκες» έτοιμους να προπηλακίσουν οτιδήποτε χαλά τη σούπα του λαϊκισμού και του εθνικισμού τους παρά Ντεριές έτοιμες να μιλήσουν με αξιοπρέπεια, θάρρος και ξεκάθαρη θέση. 

Αν για παράδειγμα σε ένα ακραίο και φανταστικό σενάριο κλείσω τα μάτια και φανταστώ ένα ανάλογο γεγονός στη δική μας νόμιμη και αναγνωρισμένη Βουλή, είμαι σχεδόν βέβαιη ότι η ε/κ Ντεριά θα συναντούσε παρόμοιες αντιδράσεις. Ειδικά η αναφορά και μόνο στην εγκαθίδρυση μιας ομοσπονδιακής Κύπρου υποθέτω ότι θα πυροδοτούσε έντονες αντιδράσεις, ανακοινώσεις κομμάτων, αναφορές στον Αρχ. Μακάριο, αντεγκλήσεις, παρέμβαση του νυν Αρχιεπισκόπου και ούτω καθεξής. Ίσως μάλιστα να βρίσκονταν και ορισμένοι που να εξάπτονταν από θύμο μόνο και μόνο από την ανάγνωση των αρχών της μη διάκρισης…

Γι αυτό επιμένω. Μπράβο Ντεριά! 

Πίσω ή μπροστά ολοταχώς;

Γίνεται τελευταία πολύς λόγος για την ανάγκη επιστροφής στα «παραδοσιακά» επαγγέλματα, στη γεωργία, στη κτηνοτροφία, στις παραδοσιακές τέχνες κλπ. Οι  εκφραστές των απόψεων αυτών μπορούν να φέρουν επιχειρήματα για να υποστηρίξουν με ειλικρίνεια την πιο πάνω θέση. Λένε για παράδειγμα ότι «παρά ένας νέος να μένει άνεργος είναι καλύτερα να επιδοθεί στην καλλιέργεια πατατών». Ισχυρίζονται δε ότι εξαιτίας της σημερινής κρίσης αρκετός κόσμος είναι διατεθειμένος να κάνει οποιαδήποτε δουλειά για να ζήσει επειδή το έχει ανάγκη. Προσθέτουν και επιτυχημένα παραδείγματα τέτοιας στροφής προς την αγροτική ζωή από το εξωτερικό.  Όπως στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης όπου οι καλλιέργειες που αρχικά προορίζονταν για σκοπούς έρευνας από τη γεωπονική σχολή, μετατράπηκαν σε αγροτική παραγωγή που «τάιζε κόσμο».

Όμως παρά τα πιο πάνω, έχω την εντύπωση ότι η ευφορία που προκαλούν σε ένα ακροατήριο τέτοιου είδους αναφορές και εισηγήσεις οφείλονται μάλλον στο γεγονός του ότι θεωρούμε πως αυτή η προοπτική αφορά σίγουρα κάποιους άλλους και όχι εμάς τους ίδιους και τα παιδιά μας. Ότι γεωργοί και κτηνοτρόφοι θα γίνουν τα παιδιά του γείτονα και όχι τα δικά μας. Το γιατί προκύπτει αυτή η αντίφαση έχει να κάνει με τον προβληματικό τρόπο  που φανταζόμαστε τη λύση των προβλημάτων μας: τη φανταζόμαστε ως αντίδραση και επιστροφή προς τα πίσω και όχι ως μια πρόταση που θα μας οδηγήσει μπροστά.

Ακόμα και αν δεχτούμε ότι η αγροτική παραγωγή αποτελεί μια διέξοδο για την οικονομία μας ας καταλάβουμε ότι δεν μπορούμε να επιστρέψουμε στο ’60 για να αντιμετωπίσουμε τις προκλήσεις του 2013. Με τέτοια νοοτροπία όχι μόνο δεν θα μπορέσουμε να ανταγωνιστούμε οποιοδήποτε άλλο κράτος στην εξαγωγή γεωργικών προϊόντων, αλλά ούτε και προϊόντα για τοπική χρήση δεν θα μπορέσουμε να παράγουμε. Ο μόνος τρόπος για να είναι βιώσιμη η τοπική αγροτική παραγωγή και ανταγωνιστικά τα προϊόντα της είναι μέσω καινοτομιών όπως π.χ. τη στροφή προς βιολογικές καλλιέργειες, είτε, με έμφαση σε πολύ ειδικές καλλιέργειες και με την σύναψη συνεργασιών με μεγάλες βιομηχανίες. Π.χ. εταιρείες κατασκευής παιδικών βιολογικών τροφών κλπ. Αλλά και πάλι η συνεισφορά στο ΑΕΠ θα είναι πολύ μικρή λόγω μεγέθους.

Η ιδέα του «νέος αγρότης επιστρέφει χωρίς σχέδιο στις ασχολίες των προγόνων του» δεν είναι το μόνο που κινδυνεύει να πεθάνει πριν γεννηθεί από τη νόσο του οπισθοδρομισμού. Παρόμοια μπορεί να ισχύσουν και για  τον τουρισμό. Έχουμε ναι μεν όλα τα φόντα για να είμαστε τουριστικός παράδεισος. Όμως, θέλουμε να μετατρέψουμε την Κύπρο σε ένα τεράστιο φτηνό  ξενοδοχείο όπου οι καμαριέρες, οι μάγειρες και τα γκαρσόνια θα είναι αντί «ξένοι» Κύπριοι; Μάλλον όχι, αλλά ακόμη κι αν ήταν έτσι στην τουριστική βιομηχανία θα μπορούσε να  απορροφηθεί ένα μικρό ποσοστό του εργατικού δυναμικού για όσο αυτή διαρκεί, δηλαδή, 5-6 μήνες.

Καταληκτικά, θεωρώ ότι η παραδοσιακή γεωργία έκλεισε τον κύκλο της στην Κύπρο και ο μόνος τρόπος να αποτελέσει επιλογή για την σύγχρονη εποχή είναι μέσω της ριζικής αναδιαμόρφωσης της έννοιας της. Η δε τουριστική βιομηχανία παραμένει ένα σταθερό χαρτί το οποίο μπορεί με την κατάλληλη αξιοποίηση να μας προσφέρει σημαντική εισροή συναλλάγματος. Όμως η πίστη ότι η «επιστροφή» στους παλιούς καλούς κλάδους της κυπριακής οικονομίας θα μας βγάλει από τα σημερινά αδιέξοδο είναι απλά αβάσιμη.

Ο μόνος τρόπος πλέον για να πάμε μπροστά είναι με το να τρέξουμε να προλάβουμε το τρένο της αλλαγής. Να εξορθολογήσουμε τα δημοσιονομικά μας από τη μια και από την άλλη, να επενδύσουμε στην επιχειρηματικότητα, στην τριτοβάθμια ιδιωτική εκπαίδευση, στην IT τεχνολογία, στην εξειδικευμένη ιατρική κλπ. Μόνο έτσι μπορούμε να οικοδομήσουμε την μετά την κρίση Κύπρο που να έχει τα φόντα να διατηρήσει και να αξιοποιήσει τη σημερινή «χαμένη γενιά» νέων επιστημόνων της.
 
Scroll to top